Αναμετρήθηκα κι απόψε με τις αναμνήσεις και τον εαυτό μου. Πάλι νικήθηκα…

Advertisements

Βαριά τσιγάρα, αποπνικτική μυρωδιά καπνού και φτηνά ποτά. Σκοτάδι και μοναξιά. Φόβος κι ανυπαρξία. Κενό και απόγνωση. Κι όλες οι αναμνήσεις, αδυνατούν ν’ αλλάξουν το σκηνικό, αδυνατούν να δώσουν χρώμα, αδυνατούν να σπάσουν αυτή τη σιωπή μέσα και γύρω μου.

Σε κανένα τραγούδι δεν χωράς. Σε καμιά φωτογραφία δεν ξεχωρίζεις. Σε κανέναν ήχο δεν υπάρχεις. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό απ’ αυτόν τον πόνο που σαν δίχτυ έχει πέσει πάνω μου και δεν αφήνει κανένα περιθώριο απόδρασης.

Άνθρωποι πάνε κι έρχονται. Άνθρωποι φεύγουν κι επιστρέφουν. Άνθρωποι υπάρχουν κι άλλοι… Σαν δυνατή σουβλιά η απουσία σου, λυγίζει την ψυχή μου στα δυο, απειλεί να την διαλύσει. Ο πόνος εκεί, ασταμάτητος, αέναος και φως πουθενά. Γιατί ό,τι χρώμα κι αν ρίξεις πάνω στο μαύρο, μαύρο θα παραμένει…

Κανείς δεν είναι εσύ και ποτέ κανείς δεν θα μπορέσει να γίνει. Πάλεψα ξανά να σπάσω αυτό φράγμα που μας κρατά χωριστά, αυτό το φράγμα του θανάτου. Σ’ έβλεπα ακίνητο να με κοιτάζεις κι εγώ τόσο δειλή να ‘ρθω κοντά σου…

Άρχισε να ανατέλλει. Αναμετρήθηκα κι απόψε με τις αναμνήσεις και τον εαυτό μου. Πάλι νικήθηκα…

 

Κική Γιοβανοπούλου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.