Για μέρες έψαχνα τη δύναμη, το κουράγιο αν θες, για να σου ψιθυρίσω την αλήθεια. Να σου εξομολογηθώ το λάθος μου, ένα λάθος που με βοήθησε να ξαναβρώ τον εαυτό μου, όσο παράλογο και αν ακούγεται αυτό.

Για ένα πολύ μεγάλο διάστημα αισθανόμουν πικραμένη, προδομένη και μ΄ ένα βαθύ αίσθημα εγκατάλειψης. Φαντάζομαι πως δε θέλεις να το πιστέψεις, μα η αλήθεια είναι πως έτσι ένιωθα. Μετά την τελευταία αποβολή, το μόνο που “διάβαζα” στο βλέμμα σου ήταν εγκατάλειψη και… απογοήτευση. Είχες κάθε λόγο να αισθάνεσαι έτσι, το κορμί μου μας είχε απογοητεύσει και τους δυο, ένα αδύναμο κορμί, ανάξιο να συγκρατήσει το μεγαλύτερο θαύμα της ίδιας της ζωής. Αισθανόμουν σαν ένα πεταμένο κουρέλι, στην πιο σκοτεινή γωνιά του σπιτιού, ένα παλιό φθαρμένο ρούχο, που είχα την αίσθηση πως δεν ήθελες ούτε να βλέπεις, πολύ περισσότερο ν΄ αγγίζεις.

Θυμάμαι πως το έσκαγα κάθε ξημέρωμα για να μην αφήσω τη μοναξιά και την απελπισία να με θάψουν ζωντανή. Μόλις έφευγες, φορούσα ότι έβρισκα μπροστά μου και έβγαινα στους δρόμους, να κουράσω τα δυο πόδια που δεν άντεχαν να μετράνε βήματα μέσα στο σπίτι. Εκείνες τις μέρες νομίζω πως είχα τη μορφή μιας τρελής που δεν ήξερε που πήγαινε, που δεν ενδιαφερόταν γιατί απλούστατα δεν είχε κανέναν απολύτως προορισμό. Εκεί, στα βήματα της απελπισίας και της μοναξιάς, εκεί συνάντησα για πρώτη φορά ένα ζευγάρι μαύρα μάτια που για κάποιον ανεξήγητο λόγο άγγιξαν τη ψυχή μου. Δε θυμάμαι καν πώς ξεκίνησε, πώς με πλησίασε… νομίζω ήταν μια φράση τόσο τετριμμένη και χιλιοειπωμένη, που δεν της έδωσα καν σημασία. Δεν μ’ άγγιξαν τα λόγια του, όσο εκείνη η διεισδυτική ματιά, εκείνα τα μάτια που ήταν σα να μου έλεγαν “Δεν πειράζει…”.

Οι περίπατοι απρόσμενα απέκτησαν προορισμό, εκεί στο πάρκο της σιωπής, όπως ονόμασα το πάρκο στην παραλία. Χωρίς να έχουμε δώσει κανένα συγκεκριμένο ραντεβού, κάθε πρωί, λίγο μετά τις οκτώ, καθισμένοι στο πιο απομακρυσμένο παγκάκι, κρατώντας από ένα ποτήρι αχνιστό καφέ, αφήναμε τη νέα μέρα να ξεκινήσει με μια πιο αισιόδοξη διάθεση.

Όταν πια η σιωπή απέκτησε μια αφύσικη άνεση ανάμεσά μας, οι λέξεις άρχισαν να την ντύνουν. Διηγήσεις ζωής, αστεία περιστατικά μιας άγνωστης καθημερινότητας, περιπέτειες, έρωτες, μεγάλες επιτυχίες και αποτυχίες που πόνεσαν. Μέσα σε λίγες μέρες, μου είχε διηγηθεί τα πάντα μ΄ έναν τρόπο που μ΄ άφηνε σχεδόν χωρίς ανάσα. Η φωνή του με ταξίδευε στα μονοπάτια που ο ίδιος είχε περπατήσει με διάφορους συνοδοιπόρους και εγώ άκουγα σαν το μικρό παιδί που ακούει τη δασκάλα, κοιτώντας την πάντα μέσα στα μάτια. Άκουγα σαν να εξαρτιόταν η ίδια μου η ζωή από αυτές τις διηγήσεις. Άκουγα και μετά επέστρεφα κοντά σου…

Στην αρχή δεν το είχα συνειδητοποιήσει, όταν εσύ ο ίδιος ανέφερες πως φαινόμουν αισθητά πιο ήρεμη και πιο καλοδιάθετη. Η αλήθεια ήταν πως ήμουν, οι ώρες που περνούσα μαζί του άφηναν μια γεύση γλυκιάς ανάμνησης στο στόμα μου και μια μυρωδιά στο υπόλοιπο της μέρας που θύμιζε το σπίτι της γιαγιάς, που πάντα με κερνούσε γλυκό του κουταλιού ή βανίλια. Οι μέρες έγιναν βδομάδες, μέχρι που μια μέρα άρχισα να του μιλάω εγώ. Τότε και μόνο τότε κατάλαβα πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό που έκανα…

Εκείνη την πρώτη μέρα που τόλμησα να του μιλήσω για μας, με αποχαιρέτησε μ’ ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο. Τον είδα να με κοιτάζει μ’ έναν πρωτόγνωρο ενθουσιασμό και τον άκουσα να μ’ αποκαλεί… “γλυκιά μου”. Όταν επέστρεψα στο σπίτι, ήξερα πως είχα επιτρέψει σε κάποιον άλλον να μπει ανάμεσα μας.

Δεν προσπαθώ ούτε να δικαιολογηθώ, ούτε να παρουσιαστώ αθώα ούτε σε σένα, ούτε καν στον ίδιο μου τον εαυτό, από τη στιγμή που ένας άλλος άνδρας με αποκαλούσε “γλυκιά μου”, το δικαίωμα το είχα δώσει εγώ. Έτσι είναι… επέτρεψα να με πλησιάσει, να μαλακώσει τον πόνο μου, την απελπισία μου, τον μεγάλο μου θυμό. Εκείνη την ίδια στιγμή ήξερα πως έπρεπε να σου μιλήσω, να σου αποκαλύψω την αλήθεια που έκρυβα, την αλήθεια που με είχε αλλάξει.

Το ξέρω, θα σε πληγώσω, θα σε κάνω να αμφισβητήσεις όχι μόνο εμένα, μα και τα ίδια σου τα συναισθήματα, την αγάπη μας… Το ξέρω, το καταλαβαίνω, είμαι όμως διατεθειμένη να το κάνω. Ξέρω πως αν σου πω ψέματα θα είναι πολύ χειρότερα, θα είναι σα να ‘χω αποφασίσει να καταστρέψω τελείως όλα αυτά που “χτίζαμε” τόσα χρόνια μαζί.

Δε θέλω να με μισήσεις, δε θα το αντέξω αν με μισήσεις! Αν σου περνάει από το μυαλό πως άγγιξε το κορμί μου, τότε το μόνο που θα σου πω είναι πως δε μπήκες καν στον κόπο να με μάθεις. Όχι, το χειρότερο μάτια μου είναι πως μ΄ άγγιξε στην ψυχή. Αυτός ο άγνωστος που έγινε πιο γνωστός και οικείος ακόμη και από σένα, κατάφερε ν’ αγγίξει την ψυχή μου, να χαϊδέψει την πληγή μου, να την γιάνει.

Ντρέπομαι που το λέω, μα αυτή είναι η αλήθεια. Σήμερα αποφάσισα να σου μιλήσω, γιατί θυμήθηκα πως εσύ είσαι αυτός που επέλεξα να μοιραστώ τη ζωή μου. Μαζί σου θα πραγματοποιήσω τα όνειρά μου, αν μ’ αξιώσει ο Θεός θα ζήσω ακόμη και το μικρό θαύμα της ζωής. Γι’ αυτό επιλέγω την αλήθεια και ας ξέρω πως θα πονέσουμε και οι δυο…

 

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.