- Μαρία Σταυρίδου - FICTION STORIES

Το γυαλί αν σπάσει, πόσο εύκολα ξανακολλάει;

Advertisements

Έξι ολόκληρα χρόνια παντρεμένοι και εγώ ζούσα ακόμη στην ψευδαίσθηση πως ακόμη ήμασταν ερωτευμένοι, πως ακόμη υπήρχε εκείνη η μαγεία που ταξιδεύει τις καρδιές, που χορταίνει τα κορμιά, που ζωντανεύει τα όνειρα. Έκανα λάθος, που δυστυχώς το έμαθα με τον χειρότερο τρόπο…

Έπρεπε να φύγω ένα διήμερο επαγγελματικό ταξίδι με δυο συναδέλφους. Δεν ήταν η πρώτη φορά, δεν θα ήταν ούτε καν η τελευταία, για πρώτη φορά όμως σε είδα να χαίρεσαι γι’ αυτό, να λαχταράς να μείνεις μόνος στο σπίτι.

Προτίμησα να μη δώσω σημασία, είχαμε περάσει έναν πολύ δύσκολο χειμώνα με αμέτρητες δυσκολίες στη δουλειά, με μια βαριά νόσηση covid και μια οικονομική ανασφάλεια που τσάκισε τη ψυχολογία μας. Θα έλειπα μόλις δυο μέρες στην πρωτεύουσα. Ήξερες ξενοδοχεία, συναντήσεις, τηλέφωνα, ωράρια, τα πάντα. Σ΄ αποχαιρέτησα με μια διάθεση λίγο βαριά, δεν ήθελα να σ΄ αφήσω, σαν να περίμενα πως μόλις φύγω θα συμβεί κάτι κακό, κάτι που θα μας άλλαζε και τους δυο πολύ, κάτι που θα σημάδευε τις καρδιές μας για πάντα…

Τέσσερις ώρες μετά, ήμουν ήδη στο ξενοδοχείο, έτοιμη να παραστώ στο πρώτο μου ραντεβού, όταν μ΄ ενημέρωσαν πως ένα πολύ σοβαρό ατύχημα του διευθυντή, άλλαζε σχεδόν ολόκληρο το πρόγραμμά μας. Τα βάλαμε κάτω και καταλήξαμε πως ένας από μας μπορούσε ν΄ απαλλαγεί. Δεν ξέρω αν ήταν η τύχη ή ο Δαίμονας που τελικά επιλέχθηκα εγώ…

Δεν σου είπα τίποτα όταν τηλεφωνηθήκαμε το ίδιο απόγευμα, ακόμη και σήμερα δεν ξέρω γιατί. Βιαζόσουν να μου το κλείσεις, ήσουν πολύ κουρασμένος και όπως μου είπες χαρακτηριστικά, ήθελες να κάνεις ένα γρήγορο ντους και να πέσεις να κοιμηθείς. Σε πίστεψα. Κι όμως ένας συνεχής ψίθυρος δεν σταμάτησε στιγμή να με φυτιλιάζει, να ξυπνάει αργά αλλά σταθερά το τέρας της ζήλειας μέσα μου, να μαυρίζει τις σκέψεις μου, να σφίγγει την καρδιά μου.

Δε κατάφερα να κοιμηθώ ούτε για μια στιγμή, ήμουν έτοιμη για την επιστροφή μου πριν καν ξημερώσει. Όταν έφτασα στο αεροδρόμιο, τα πόδια μου έτρεμαν, σε λίγο θα μάθαινα αν ήταν η τρέλα που μ΄ είχε ξεσηκώσει ή…

Όταν το ταξί μ΄ άφησε έξω από το σπίτι, μόλις που είχε χαράξει. Το αυτοκίνητό σου ήταν εκεί, στη θέση του, πάντα δίπλα από το δικό μου. Μόλις το είδα, ασυναίσθητα χαμογέλασα. Σ’ ολόκληρη τη διαδρομή σκεφτόμουν τι θα έκανα αν έλειπε.

Μπήκα με προσοχή στο σπίτι, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να σε ξυπνήσω, ήταν πολύ νωρίς ακόμη. Άφησα τη βαλίτσα σε μια γωνιά, έβγαλα τα παπούτσια και έκανα να μπω στη κουζίνα να ετοιμάσω καφέ και πρωινό, όταν ένα βλέμμα στον καλόγερο μου κίνησε την περιέργεια. Μια κατακόκκινη καμπαρντίνα με χρυσά κουμπιά. Μια κατακόκκινη γυναικεία καμπαρντίνα κρεμασμένη στον καλόγερο με χρυσά κουμπιά. Μια καμπαρντίνα που δεν ήταν δική μου και φυσικά ούτε δική σου…

Μπήκα στο σαλόνι κρατώντας το άγνωστο πανωφόρι. Αφημένα πιάτα γεμάτα αποφάγια, ποτήρια με υπολείμματα κρασιού και ένα άγνωστο πακέτο τσιγάρα δίπλα σε μια επώνυμη ταμπακιέρα και έναν ασορτί αναπτήρα. Όχι, δεν μπορεί να ήταν αλήθεια! Δεν μπορεί να είχες φέρει μια άλλη γυναίκα στο σπίτι μας, στο σπίτι που μπήκα νύφη, στο σπίτι που κάθε γωνιά του είχε στολιστεί με τα φιλιά και τα χάδια μας, στο σπίτι που ονειρευόμουν κάποτε να τρέχουν χαρούμενα τα παιδιά μας…

Μπήκα στην κρεβατοκάμαρα τρέμοντας ολόκληρη, για να σε δω να φιλάς με πάθος μια άγνωστη, ξανθιά γυναίκα. Σοκαρισμένη έκανα να φύγω, όταν άκουσα ένα βογγητό έκπληξης. Σας είδα ν΄ ανασηκώνεστε τρομαγμένοι και εσύ να προσπαθείς να κρύψεις ό,τι δεν κρυβόταν.

Δεν ξέρω πώς κατάφερα να φύγω από εκεί μέσα, ακόμη δεν ξέρω πώς κατάφερα να βρω καταφύγιο σ΄ ένα μικρό ξενοδοχείο κάπου στη πόλη. Γεγονός παραμένει πως τα κατάφερα, έκλεισα το κινητό, απαγόρεψα στον εαυτό μου να σκέφτεται τρόπους να κάνω κακό στον ίδιο μου τον εαυτό και έπεσα να κοιμηθώ.

Όχι, δεν κοιμήθηκα. Ακόμη δεν κοιμάμαι. Επτά μήνες μετά, ακόμη παλεύω μ΄ αυτές τις εικόνες που έχουν στοιχειώσει μέσα μου. Επέστρεψα στο πατρικό μου, ζω μόνη μέσα σ΄ ένα σπίτι που είναι γεμάτο παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις. Τίποτα που να μου θυμίζει εσένα ή όλο αυτό που βιώνω τους τελευταίους μήνες και όμως είναι δύσκολο να συνηθίσω τη νέα μου ζωή.

Αποφασίσαμε ν΄ ακολουθήσουμε συμβουλευτική γάμου, να δώσουμε μια ευκαιρία στον γάμο μας, να επικοινωνήσουμε μ΄ έναν έμπειρο σύμβουλο για να μας βοηθήσει. Το προσπαθούμε. Το ξέρω, το βλέπω, το νιώθω… Κι όμως η πληγή ακόμη αιμορραγεί. Έχω την αίσθηση πως θα αιμορραγεί για πάντα! Δεν ξέρω αν θα βρω ποτέ το κουράγιο να σου το πω αυτό κατάμουτρα. Ο ψυχολόγος επιμένει πως πρέπει πρώτα να δουλέψω με τον εαυτό μου, να καταλήξω αν πράγματι θέλω να σου δώσω μια δεύτερη ευκαιρία.

Δε ξέρω… Ακόμη δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω, είναι πως ακόμη μου είναι αδύνατο να μπω μέσα σ΄ εκείνο το σπίτι. Ακόμη και τα προσωπικά μου ρούχα και αντικείμενα, τα μετέφεραν φίλοι για χάρη μου.

Το ξέρω πως ακόμη σ΄ αγαπάω, το νιώθω κάθε φορά που σε βλέπω να πλησιάζεις στο γραφείο του ψυχολόγου. Σ’ αγαπάω, μου λείπεις, μετράω τις μέρες για να σε δω ξανά από κοντά, για ν΄ ακούσω την φωνή σου, για να μάθω τα νέα σου και όμως… ακόμη πονάω, ακόμη νιώθω να μουσκεύω το σεντόνι κάθε βράδυ με το αίμα που αιμορραγεί από την πληγή που άνοιξες εκείνο το ξημέρωμα στη καρδιά μου.

Δεν ξέρω τι θα γίνει. Ξέρω όμως πως το γυαλί που έσπασε, θα κολλήσει δύσκολα παρόλη την αγάπη μας…

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: