- Μαρία Σταυρίδου - FICTION STORIES

Γιατί γύρισες;

Advertisements

Θα κλείναμε τρία χρόνια δεσμού, όταν ένα απόγευμα Σαββάτου μου ανακοίνωσες πως θα φύγεις στη Γερμανία. Είχες δεχθεί μια καταπληκτική πρόταση συνεργασίας μ΄ ένα από τα πιο σημαντικά Πανεπιστήμια της Ευρώπης. Δεν μπήκα καν στη διαδικασία να προσπαθήσω να σε πείσω να μείνεις μαζί μου ή έστω να σκεφτείς την περίπτωση να σ΄ ακολουθήσω. Θα έπρεπε από μόνος σου να σκεφτείς όλες τις επιλογές, πριν δεχθείς τη πρόταση και πριν καταλήξεις στο συμπέρασμα πως η επαγγελματική σου εξέλιξη ήταν πιο σημαντική από τη σχέση μας.

Σε αποχαιρέτησα και σου ευχήθηκα να πετύχεις. Δεν σ΄ άκουσα ούτε μια φορά ν΄ αναρωτιέσαι πώς αισθανόμουν ή να διστάζεις έστω για λίγο, για μια στιγμή, για να μου αποδείξεις πως αν μη τι άλλο μ΄ αγάπησες και με νοιάστηκες όπως εγώ…

Έφυγες ενθουσιασμένος, χωρίς να νιώσεις ούτε τύψεις, ούτε στεναχώρια, ούτε καν μια ενόχληση που μ΄ άφηνες πίσω μόνη, έρημη και μ΄ ένα παιδί που μεγάλωνε σιωπηλά στα σπλάχνα μου. Ένα παιδί, που δυστυχώς έμαθα την ύπαρξή του την τελευταία μέρα της ζωής του. Ένα παιδί που έκλαψα για τον απρόσμενο χαμό του, ένα παιδί που δεν άντεξε τη στεναχώρια του χωρισμού μας και λύγισε όπως το κορμί μου που με πρόδωσε και ανίκανο δεν κατάφερε να το μεγαλώσει.

Ένα ψυχικό ερείπιο μετά την αποβολή, έβαλα όλα μου τα δυνατά να επιβιώσω. Πείσμωσα, θύμωσα και ορκίστηκα πως δε θ΄ άφηνα ποτέ ξανά κάποιον να με πλησιάσει, ν΄ αγγίξει τη ψυχή μου, να εκμεταλλευτεί την αγάπη μου…

Και τα χρόνια περνούσαν σαν στιγμές μιας μονότονης καθημερινότητας, που είχε ένα έντονο ενδιαφέρον μόνο στον επαγγελματικό τομέα και πουθενά αλλού. Τήρησα την υπόσχεσή μου, δεν άφησα κανέναν και τίποτα ν΄ αγγίξει ξανά τη ψυχή μου. Δεν ξαναπίστεψα σε όνειρα, σ΄ αγάπες, σε λουλούδια και σε υποσχέσεις, που στόχο έχουν μονάχα να σε ξεγελάσουν και σ΄ εκμεταλλευτούν.

Έγινα μια γυναίκα καριέρας, σφραγίζοντας ένα δυνατό όνομα στα επαγγελματικά δρόμενα, μα μένοντας ένα έρημο κουφάρι, που κάθε βράδυ κούρνιαζε θλιμμένο σε μια γωνιά και αναπολούσε στιγμές έρωτα που είχε ζήσει τόσο έντονα μαζί σου. Πέντε χρόνια μετά, είχα την αίσθηση πως είχα δυναμώσει τόσο, ώστε να μη φοβάμαι καμιά ανάμνηση, ώστε να μη κάνω κανένα όνειρο…

Ετοιμαζόμουν να φύγω από το γραφείο, που πια στην ταμπέλα φιγουράριζε και το δικό μου όνομα ως συνεργάτης, όταν άκουσα τον χαρακτηριστικό χτύπο στην πόρτα. Μ΄ ένα τετριμμένο “Παρακαλώ”, είδα ξαφνικά τον κόσμο ν΄ αλλάζει προσωπείο. Είδα την πόρτα ν΄ ανοίγει και να εμφανίζεσαι εσύ, ντυμένος στα γκρι, με δυο μάτια θλιμμένα και δυο χείλη που πάλευαν να μου χαρίσουν ένα μουδιασμένο χαμόγελο, που μάλλον φοβόταν πολύ.

Για μια στιγμή κοκκάλωσα, δεν ήξερα τι να πω, τι να σκεφτώ, τι να κάνω, η πολυετή όμως εμπειρία, γι’ ακόμη μια φορά με προστάτευσε. Καμώθηκα πως δεν σ΄ αναγνώρισα και σε κάλεσα με τον πιο τυπικό και ψυχρό τρόπο που ήξερα, να περάσεις και να καθίσεις απέναντί μου, όπως κάθε νέος πελάτης που έμπαινε στην εταιρία δικηγορίας. Συστήθηκα όπως έκανα πάντα και ακολούθησα τη τυπική διαδικασία, όταν ξαφνικά σε είδα να με κοιτάζεις κάπως ειρωνικά. “Θα συνεχίσεις για πολύ να κάνεις πως δεν μ΄ αναγνώρισες;”. “Συγνώμη… τι είπατε;”. Ήμουν τόσο πειστική, που σ΄ ανάγκασα με τον τρόπο μου να μου ζητήσεις και συγνώμη. Θυμόμουν, μα δεν έπεσα στην παγίδα των αναμνήσεων…

Ζήτησα πιο χαλαρά να μάθω τον λόγο της επίσκεψής σου στο γραφείο μου. Απάντησες μ΄ ένα κρυφό υπονοούμενο πως ήθελες ν΄ αναλάβω το διαζύγιό σου. Ξεκαθάρισα πως ήμουν πνιγμένη στη δουλειά και σε παρέπεμψα σ΄ έναν ιδιαίτερα πετυχημένο συνάδελφο, που ήξερα πως θα σε κοστολογήσει ανάλογα. Στο τέλος σε χαιρέτισα, αφού πρώτα σου ευχήθηκα τα καλύτερα.

Εκείνο το βράδυ όταν επέστρεψα στο σπίτι, σε βρήκα να με περιμένεις στην αυλή του σπιτιού, ντυμένος μ΄ ένα φθαρμένο τζιν και ένα κάτασπρο πουκάμισο. Ήσουν πιο όμορφος και ποθητός από ποτέ και πάλι όμως ήταν αδύνατο να επιτρέψω να νικήσεις τον πληγωμένο μου εγωισμό. Ήπιαμε ένα ποτήρι κρασί, έτσι για τα παλιά και για πρώτη φορά θέλησα να σε πληγώσω, να σε πονέσω ακριβώς όπως πόνεσα και εγώ. Σου μίλησα για το τελευταίο δώρο που άφησες πίσω σου και μετά σου ζήτησα απλώς να φύγεις…

Σε είδα να λυγίζεις με δάκρυα στα μάτια. Σε είδα να ταπεινώνεσαι και να ικετεύεις για μια δεύτερη ευκαιρία. Σε είδα να πονάς και πίστεψέ με, για μια στιγμή ένιωσα ικανοποιημένη. Ήξερα πως ποτέ ξανά δε θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί. Μπορεί κάποια στιγμή να έβρισκα τη δύναμη να σε συγχωρέσω, ποτέ όμως δεν θα ξεχνούσα. Ποτέ!

Ναι, είχες γυρίσει ξανά κοντά μου, μα για τους λάθος λόγους και εγώ αδυνατούσα να σου δώσω μια δεύτερη ευκαιρία, γιατί απλούστατα πίστευα πως δεν την άξιζες. Πριν φύγεις αυθόρμητα σε ρώτησα… “Γιατί γύρισες;”.

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: