Κυριακή μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας. Ο καιρός είναι ανοιξιάτικος και προσφέρεται για βόλτες. Ο σπανίως άπλετος χρόνος μου είναι η πεμπτουσία της βόλτας μου, παρέα με την φωτογραφική μου μηχανή. Για μια φωτογράφηση για ένα διαγωνισμό ξεκίνησα και άρχισα να περιδιαβαίνω τους δρόμους του Μεταξουργείου.

Καθώς βάδιζα, άκουσα μια κραυγή από ένα παλιό, σε άσχημη κατάσταση δίπατο νεοκλασσικό σπίτι “Μάνααααααα…”. Κοντοστάθηκα πριν να αρχίσω να βαδίζω προς το μέρος του, όπου σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε μαζευτεί κόσμος από τα γύρω σπίτια και τα μαγαζιά. Πλησίασα. Οι περίοικοι αναρωτιόντουσαν αναμετάξυ τους τι συνέβη. “̈Η Σμαρώ;”. “Τι; Τι έπαθε;”. “Ποιος φώναξε;”. “Μάλλον η Θάλεια!”…

Εκείνη τη στιγμή, ένας ψηλός άντρας με λευκό πουκάμισο και λινό παντελόνι παραμέρισε τον κόσμο και μπήκε φουριόζος στο σπίτι. Πίσω του ακολουθούσε μια έντονα μακιγιαρισμένη γυναίκα, ντυμένη με ένα κόκκινο φόρεμα, διχτυωτό μαύρο καλσόν και ένα τσαντάκι με παγιέτες. Τα μάτια της ήταν γεμάτα αγωνία. Μπήκαν στο σπίτι και μετά από λίγο ο άντρας κατέβηκε και είπε στους περίεργο πλήθος “Η μάνα έφυγε…” και έκλεισε την ξύλινη πόρτα. Απλώθηκε μια ολιγόλεπτη σιγή και μετά ένα βουητό από ψιθύρους σαν μελίσσι.

-Κρίμα η μάνα….
-Ε, καημένη Σμαρώ, πόσα κοριτσάκια δεν βοήθησες…
-Η έρμη η Θάλεια, τι θ’ απογίνει τώρα;
-Ποιος να μας το ‘λεγε τότε, ότι θα κλαίγαμε για μια… Θε μου σχώρα με…

Απομακρύνθηκα από το πλήθος και πήγα και κάθισα σε ένα μικρό καφενείο. Ο καφετζής με πλησίασε γεμάτος περιέργεια.

-Είστε δημοσιογράφος;
-Όχι, φωτογράφος είμαι.
-Την Σμαρώ την ξέρατε;
-Δεν έτυχε. Δεν μένω καν εδώ γύρω.
-Να ετοιμάσω καφεδάκι; Κερασμένο για το συχώριο.
-Δεν…
-Σας παρακαλώ. Εδώ μοντέρνα και πολυτέλειες δεν έχουμε. Έναν ελληνικό μέτριο. Α, και φραπέ. Θέλετε μήπως φραπέ;
-Όχι, ο ελληνικός είναι μια χαρά.
-Έρχομαι αμέσως!

Δεν πολυκατάλαβα πότε έγινε ο καφές και πότε άρχισε να ξεδιπλώνεται η ιστορία της Σμαρώς μπροστά μου. Ο καφετζής, που στην πορεία έμαθα πως λεγόταν Μανώλης Γερακάκης, δεν ήθελε πολύ για να αρχίσει να μιλάει.

– Εγώ τη Σμαρώ, τη μάνα, που τη φωνάζουν τα κορίτσια του σπιτιού, τη γνώρισα μετά τον πόλεμο, όταν ήρθα στην Αθήνα από την Κρήτη. Εγκαταστάθηκα προσωρινά εδώ πιο κάτω, αλλά όπως λένε ουδέν μονιμότερον του προσωρινού. Η Σμαρώ ήρθε στην Ελλάδα από το Αϊδίνι, προσφυγοπούλα στο διωγμό. Πρώτα πήγε στη Θεσσαλονίκη, μετά στη Λάρισα και τελευταία πια στην Αθήνα. Το “σπίτι” τούτο το είχε ήδη ανοίξει όταν ήρθα εγώ εδώ το 1965.

Μη θαρρείς πως η Σμαρώ ήταν καμιά τσατσά σαν τις άλλες. Η Σμαρώ ήταν αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Από το Αϊδίνι ήρθε στην Ελλάδα με παράδες στις τσέπες των φουστανιών της, γιατί ήταν κόρη προεστού. Στον τόπο της ήταν δασκάλισσα, πάει να πει μορφωμένη πολύ για την εποχή εκείνη. Από το Αϊδίνι με τρένο πήγανε ως την Κωνσταντινούπολη κι από κει με καραβάνι στη Θεσσαλονίκη.

Πάνω που είπαν οι άνθρωποι ότι στέριωσαν, μια νύχτα μπήκαν στο σπίτι τους κλέφτες και εκεί η Σμαρώ έχασε τον πατέρα της. Η μάνα της είχε αποθάνει λένε στη γέννα. Μόνη έμεινε κι ώσπου να καλοκαταλάβει τι της γινόταν, γνώρισε έναν ασίκη, τον Παναγή, που της έταξε γάμους και φαμίλια. Έτσι παντέρμη που ήταν, τον πίστεψε. Αυτός την πήρε από τη Σαλονίκη και την πήγε στη Λάρισα, να γνωρίσει τάχα μου δήθεν το σόι του. Οι παράδες της Σμαρώς γίνηκαν αέρας από τη μια στιγμή στην άλλη και η Σμαρώ βρέθηκε εσώκλειστη σε ένα μπορντέλο της συφοράς στη Λάρισα. Μα δεν ήταν καμιά χαζή, ούτε καμιά απ’ αυτές που δέχονται τη μοίρα τους αγόγγυστα και δεν την αλλάζουν. “Αν είναι να γίνω πουτάνα, θα γίνω η καλύτερη!” έτσι είπε κι έτσι έγινε. Μόλις έκανε κομπόδεμα, πήγε μια και δυο στην αστυνομία, κατήγγειλε τον Παναγή για μαστρωπία και για εμπόριο παράνομου οινοπνεύματος και σαν γλίτωσε από δαύτον, πήρε μαζί της και δυο άλλες πιτσιρίκες- αν έχεις το Θεό σου, κοπέλα μου, η μια ήταν δεκατριώ και η άλλη δεκαπέντε, παιδιά πράματα- και κατέβηκε στην Αθήνα.

Εκείνη την εποχή, τούτο το σαπάκι, το ερείπιο που βλέπεις, ήταν στις δόξες του, δεν είχε αυτά τα χάλια. Η Σμαρώ περπατούσε στα πεζοδρόμια και έτριζαν οι πλάκες. Απ’ αυτό το “σπίτι” περνούσε η αφρόκρεμα της Αθήνας και του Περαία. Βρήκε εδώ άλλες δυο τρεις συνομήλικές της και άρχισαν να το δουλεύουν το μαγαζί, ενώ παράλληλα μάζευε από το δρόμο όσα ορφανά μπορούσε. Τα δυο κορίτσια που έφερε από τη Λάρισα δεν τα έβγαλε ποτές στο κλαρί! Τις είχε στο σπίτι τη μια μαγείρισσα και την άλλη υπηρέτρια. Και κανένα από τα ορφανά δεν εκμεταλλεύτηκε. Τα μάζευε, τα έντυνε, κάποια τα σπούδαζε, κάποια τα έβαζε να δουλεύουν σε καλά σπίτια σαν υπηρετικό προσωπικό και όλα φρόντιζε να τα αποκαταστήσει. Τους έβρισκε καλούς γαμπρούς, τους έδινε κι ένα πρώτο κομπόδεμα και τα έστελνε στην ευχή του Θεού. Γι’ αυτό και δεν έβαλε ποτέ νταβατζή στο κεφάλι της. Έχεις ακούσει εσύ ποτέ καμιά τσατσά με εγγόνια και δισέγγονα; Να, τούτη εδώ, τέτοια ήταν.

Σαν τώρα το θυμάμαι όταν έφυγε από κοντά της η Μαριγώ και παντρεύτηκε έναν ψαρά, έκλαιγαν σαν μάνα και κόρη. Η Σμαρώ έκλεισε την πόρτα πίσω της και ήρθε εδώ στον καφενέ μου να πιει ένα κονιάκ. “Βάλε ένα από το καλό, Μανώλη. Όχι απ’ αυτά για τις εντριβές να με ξεκάνεις.” “Τί έγινε βρε Σμαρώ; Τί έπαθες;” “Τίποτα δεν έπαθα. Συγκινήθηκα. Δεν βαριέσαι. Άντε στην υγειά μας!”…

Κάθε Χριστούγεννα, το “σπίτι” άστραφτε. Γιορτιάρες μέρες βλέπεις, να είναι καθώς πρέπει. Το πρωί γύρισε η Σμαρώ από την εκκλησιά, ντυμένη με ένα μαύρο παλτό με γουναρικά, σωστή κυρία. Πριν προλάβει να ανοίξει την πόρτα άκουσε να την φωνάζουν “Μάνα! Ε, μάνα!”. Γύρισε και τι να δει! Η Μαριγώ με μια κοιλιά τούρλα, αγκαζέ με τον Γιωργάκη που κρατούσε ένα κουτί γλυκά να την πλησιάζουν. Σάστισε η Σμαρώ. Αυτή την ξαπόστειλε για να μη ξαναγυρίσει ποτέ κι αυτά τα σαλεμένα χριστουγεννιάτικα ήρθαν στην πόρτα της. “Τι με κοιτάς έτσι; Δεν έχεις ξαναδεί γκαστρωμένη; Να μπούμε;” Και μπήκαν και μετά από τη γέννα, σαν σαράντισε, της έφερε να δει το μωρό, αγόρι ήταν. Ο ψηλέας που είδες να μπαίνει φουριόζος. Σαν την έλεγε γιαγιά, εκείνη τον αγριοκοίταζε και του έλεγε πως της χαλάει την πιάτσα.

Όλα τα κορίτσια της έτσι τα φευγάτιζε. Κι αυτά με φαμίλια ή χωρίς, γύριζαν τα Χριστούγεννα στη μάνα τους. Τα τελευταία δέκα χρόνια το “σπίτι” τα Χριστούγεννα δεν δεχόταν πελατεία. Γέμιζε από φαμίλιες με μικρά παιδιά, γέμιζε ο τόπος από φωνές “μάνα” εδώ “μάνα” εκεί και πιτσιρίκια. Αύριο στην κηδεία δεν φαντάζεσαι τι έχει να γίνει. Να, κοίτα εκεί στο βάθος, άρχισαν να καταφτάνουν οι “κόρες” της. Γι’ αυτό και το Μεταξουργείο την αγαπούσε και ούτε μπασκίνες της έστελνε, ούτε καταγγελίες έκαναν οι γειτόνοι. Ξέρανε πως εκεί μέσα σωζόταν κοσμάκης. Πιο μάνα από άλλες μανάδες ήταν. Έτρεχε όταν την χρειαζόντουσαν, αλλά και τα κορίτσια δεν την ξέχασαν.

Όλοι ξέρανε στη γειτονιά τι δουλειά έκανε, αλλά κανένας δεν την έβρισε ποτέ. Κάποιοι τσακωνόντουσαν για να την υποστηρίξουν κιόλας. Ένας μέχρι και με την κυρά του τσακώθηκε, γιατί αυτή ζήλευε και θαρρούσε ότι ο άντρας της μπαινόβγαινε στο “σπίτι”, αλλά αυτός ο καψερός, μπακάλης γαρ, δυο φορές τη βδομάδα κάτι τυριά και κάτι γάλατα άφηνε, να μη λήξουν και πάνε χαμένα.

Αυτή ήταν η Σμαρώ. Άντε, Θεός σχωρέσ’ την. Συγγνώμη που σε ζάλισα κοπέλα μου, αλλά να, δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι πια…

– Τι να σου πω, κυρ- Μανώλη… Τέτοια ιστορία δεν περίμενα να ακούσω. Πρέπει να φύγω. Λες να μπορέσω να βγάλω καμιά φωτογραφία από το “σπίτι”; Να κάνω ένα φωτογραφικό αφιέρωμα;
– Άκου, άσε να περάσει κι αύριο και θα μιλήσω εγώ στον Κωστάκη, στον ψηλέα. Θα σου κανονίσω να έρθεις. Αλλά κάνε υπομονή, γιατί αυτοί τώρα έχουν πένθος. Και δεν είναι κανένα ψεύτικο, είναι πένθος αληθινό. Χάσανε τη μάνα τους, το στήριγμά τους. Εντάξει, κορίτσι μου;
– Ναι, φυσικά, καταλαβαίνω. Να, κρατήστε μια κάρτα με το τηλέφωνό μου. Θα περιμένω.
– Εντάξει. Στο καλό να πας.

– Καλημέρα και συλλυπητήρια…

Despina Alice Paulson

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.