Advertisements

Άνοιξα τα μάτια σ΄ ένα άγνωστο περιβάλλον, με την αίσθηση πως ήμουν χαμένη. Χωρίς να το θέλω αναστέναξα και προσπάθησα να κουνηθώ. Ήταν αδύνατο, το κορμί μου βαρύ, ασήκωτο, πάλευε ν΄ ακολουθήσει κατά γράμμα τις εντολές του εγκέφαλου, μα χωρίς αποτέλεσμα. Μηχανικά έκλεισα για μια στιγμή ξανά τα μάτια και αμέσως εικόνες από ένα «τέρας» εμφανίστηκαν μπροστά μου. Θεέ μου! Εσύ και εγώ. Ή μήπως εγώ και το… «τέρας»;

Ήταν η επέτειος της γνωριμίας μας. Λουλούδια, σαμπάνια, ένα καλομαγειρεμένο φαγητό σερβιρισμένο στο πιο ακριβό σερβίτσιο, στο πιο όμορφο τραπεζομάντηλο, συντροφιά με τα σκαλιστά κολονάτα ποτήρια της γιαγιάς και εγώ να λάμπω ολόκληρη από ευτυχία! Έναν ολόκληρο χρόνο μαζί, δώδεκα ολόκληροι μήνες ταξίδι στο όνειρο, με γέλια, με δάκρυα χαράς, με λατρεία και ηδονή που είχαν πια παντρευτεί σε ιερό γάμο ένωσης. 

Σε περίμενα ακριβώς στις εννιά να φάμε συντροφιά, ν΄ ανταλλάξουμε τα δώρα της γιορτής και να χαθούμε αγκαλιά στους πόθους και τις λαχτάρες που κόχλαζαν πια κάτω από το δέρμα, που κυβερνούσαν κάθε ανάσα της ζωής, που μας είχαν μεταμορφώσει σε δυο αιχμάλωτους του έρωτα.

Εμφανίστηκες στο κατώφλι του πατρικού μου λίγο μετά της δέκα, έτοιμος για καυγά, με δυο μάτια πύρινα, που δήλωναν ξεκάθαρα πως μόνο γιορτή δε θα γιορτάζαμε. Τρόμαξα! Για πρώτη φορά στους δώδεκα αυτούς μήνες της ευτυχίας, τρόμαξα! Σχεδόν δεν καταλάβαινα στην αρχή τι μου έλεγες. Εκείνη δεν ήταν η φωνή σου, ήταν μουγκρητά μιας ύαινας που πάλευε να συγκρατηθεί για να μη με κατασπαράξει. Άπειρες βρισιές, κατάρες για μια «απειλή» που ήταν τόσο δύσκολο να ξεχωρίσω, μέχρι που σ΄ άκουσα να με ρωτάς ποιος ήταν αυτός που απάντησε στο τηλέφωνο του γραφείου μου…

Για μια στιγμή τα ‘χασα! Στο γραφείο δεν είχα δικό μου τηλέφωνο, ήταν κοινό για τους πέντε υπαλλήλους του λογιστηρίου. Προσπάθησα να καταλάβω. Άρχισα τρέμοντας ολόκληρη, να προσπαθώ να σου εξηγήσω πως δεν δούλευα μόνη.

Το ήξερες, συχνά μιλούσαμε για τους συναδέλφους και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζα κατά καιρούς με διάφορους πελάτες. Δήλωσα ονόματα, ειδικότητες και καθήκοντα. Άρχισα σαν το “μαθητούδι” να παπαγαλίζω το καθηκοντολόγιο της εταιρίας, σε μια προσπάθεια να σου δώσω να καταλάβεις πως απλώς στο τηλεφώνημα απάντησε ένας άλλο συνάδελφος, γιατί εγώ ήμουν σε συνάντηση μ΄ έναν νέο πελάτη.

Δεν ξέρω πώς φτάσαμε από τις απειλές, στις ικεσίες μιας παράλογα δυνατής αγάπης, που το μόνο που λαχταρούσε σύμφωνα με τα λόγια σου, ήταν να μ΄ αγαπάς και να με λατρεύεις μέχρι το τέλος της ζωής μας… Σε πίστεψα, θεώρησα πως ήταν απλώς μια κακιά στιγμή, μια παραφωνία στη συναυλία. Πόσο λάθος έκανα Θεέ μου!

Περάσαμε μια περίοδο χάριτος, όπως θα έλεγε μια φίλη περιπαιχτικά. Βόλτες, φιλιά, απογεύματα ντυμένα με γέλια και ξενοιασιά και βράδια απίστευτα, βυθισμένα σ΄ έναν έρωτα παθιασμένο να σου παίρνει τα μυαλά και λίγο πριν τα Χριστούγεννα η δεύτερη μπόρα, για έναν πελάτη που τόλμησε να μου στείλει λουλούδια για να μ΄ ευχαριστήσει που κατάφερα να τον γλιτώσει από ένα πρόστιμο “μαμούθ”. 

Αυτή τη φορά τα λόγια γίναν καρφιά εξευτελιστικά και για πρώτη φορά τα χάδια γίναν πληγές που χαράκωσαν και το κορμί και το μυαλό βαθιά! Θεέ μου, πόσο βαθιά! Αυτός ο πόνος ο πρωτόγνωρος, ο άδικος, ο σιωπηλός, που μαρμαρώνει το κορμί και κάνει την καρδιά να βγει σαν τον ζητιάνο στη γωνιά, να βυθιστεί στο απόλυτο σκοτάδι και ν΄ αρχίσει να τρώει λαίμαργα τύψεις, ανασφάλειες, φόβους. Και μια αγάπη που πεθαίνει αργά αργά, μέσα σ΄ ένα δηλητήριο σπάνιο και δυνατό που δεν έχει γιατρειά…

Αποφάσισα φοβισμένη να βάλω ένα τέλος. Τότε δεν ήξερα μέχρι πού ήσουν ικανός να φτάσεις. Τώρα ξέρω!

Ζήτησες μια τελευταία ευκαιρία, σου έδωσα μια τελευταία συνάντηση. Αυτό ήταν το δεύτερο μοιραίο λάθος που έκανα μαζί σου. Ξεκίνησες με λόγια αγάπης που χαρακώνουν την καρδιά, συνέχισες με όρκους που άλλα χείλη δεν έχουν ξεστομίσει πουθενά, για να καταλήξεις σ΄ απειλές και μια υπόσχεση πως η ζωή θα σταματήσει εδώ αν δεν την περπατήσουμε μαζί. Μόνο που εσύ δεν ήξερες να περπατάς! Κατάλαβα πως το μόνο που ήξερες, ήταν ν΄ απειλείς και να τρομάζεις…

Θυμάμαι σαν σε όνειρο πως αγανακτισμένη από τα λόγια τα προσβλητικά, έκανα να φύγω και τότε έβγαλες το προσωπείο και μου σύστησες το «τέρας». Δεν θυμάμαι καν πώς κατάφερα να βγω ζωντανή από τα χέρια σου, δε θυμάμαι πώς βρέθηκα στο νοσοκομείο, ποιος τόλμησε τελικά να τα βάλει μαζί σου και να με γλιτώσει. Δεν θυμάμαι. Δεν θέλω να θυμάμαι.

Ένα ξέρω, πως δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ το «τέρας». Αυτό θα φροντίσω να το θυμάμαι μέχρι το τέλος της ζωής μου, γιατί η αγάπη, όσο ακραία, παράλογη, παράτολμη, εκρηκτική ή ιδιόμορφη είναι, ένα είναι βέβαιο, πως δεν έχει χώρο για κανένα «τέρας»!

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.