Εγώ δεν είμαι το παρελθόν σου…

Advertisements

Γνωριστήκαμε τυχαία στα επείγοντα περιστατικά, όταν έφερες τη μικρή που είχε χτυπήσει στο σχολείο. Ένας μικρός άγγελος με δυο μάτια σπίθες και μια ασυναγώνιστη περιέργεια να ρωτάει για τα πάντα, να θέλει να μάθει τα πάντα. Πώς ν΄ αρνηθείς σ΄ έναν μικρό άγγελο τη χαρά;

Υποσχέθηκα να περάσω να τσεκάρω τη μικρή, μια που μένατε σχεδόν δίπλα από την αδελφή μου,. Τελικά εκείνο το απόγευμα στάθηκε η αρχή μιας περίεργης φιλίας, κυρίως με τη μικρή Ασπασία, που όταν με κοίταζε αισθανόμουν την καρδιά μου να πλημμυρίζει χαρά. Εσύ πάντα διακριτικός σε μια γωνιά να μας παρακολουθείς να παίζουμε και να διστάζεις να εκφραστείς. Το ένιωθα πως με κοίταζες με διστακτικότητα, ίσως και με κάποια δόση καχυποψίας.

Κάθε βδομάδα που επισκεπτόμουν την αδελφή μου σταματούσα για μια σύντομη επίσκεψη, για να φέρω κάποιο νέο βιβλίο στην εξάχρονη Ασπασία, για να μάθω τα νέα της, για ν΄ ακούσω τις ατελείωτες απορίες της. Εσένα δεν τόλμησα ποτέ να σ΄ ενοχλήσω, είχα καταλάβει πως είχες καθορίσει τα όριά σου και μετά από σκέψη αποφάσισα να μη δοκιμάσω να τα ξεπεράσω.

Σε μια απ’ αυτές τις επισκέψεις, σας βρήκα και τους δυο άρρωστους με πυρετό και έντονο βήχα. Ο γιατρός μέσα μου ήταν αδύνατο να σιωπήσει. Σας εξέτασα και τους δυο, έκανα τη διάγνωση, καθόρισα τη φαρμακευτική αγωγή και ετοίμασα κάτι πρόχειρο για να γεμίσω τ΄ ανακατεμένα στομάχια που δεν έπρεπε να μείνουν νηστικά. Η μικρή ήταν πολύ καλύτερα από σένα. Έκπληκτη αναγνώρισα και κάποια σημάδια υπερκόπωσης, που μ΄ ανησύχησαν. Δε δίστασα να προσπαθήσω να σε πείσω πως έπρεπε οπωσδήποτε να ξεκουραστείς, ώστε να προστατεύσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.

Για πρώτη φορά σε είδα να χαμογελάς αυθόρμητα, ίσως και λιγάκι περιπαιχτικά και τότε ως δια μαγείας ο πάγος έσπασε. Σε φρόντισα για δέκα ολόκληρες μέρες, που στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας κοιμόσουν βαθιά, ενώ η μικρή έπαιζε μαζί μου στο δωμάτιό της γεμάτη χαρά. Διαβάζαμε, παίζαμε, μαγειρεύαμε, συζητούσαμε, ενώ εσύ είχε αφεθεί σε μια βαθιά νάρκη, που προσπαθούσε να γιατρέψει το κορμί και τη ψυχή σου, από μια αποτυχημένη σχέση, από μια γυναίκα που δε δίστασε να γεννήσει το παιδί σου και να εξαφανιστεί, αφού πρώτα άδειασε το σπίτι και τον τραπεζικό λογαριασμό σου…

Την ιστορία της ζωής σου την έμαθα από τη γλυκιά κυρία Σοφία, που δυο φορές την εβδομάδα ερχόταν να σας φροντίσει. Δεν τόλμησα να σχολιάσω, δεν τόλμησα να βγάλω συμπεράσματα, δεν τόλμησα ν΄ αλλάξω συμπεριφορά, δεν τόλμησα να κάνω όνειρα. Προτίμησα να σ΄ αφήσω να ΄ρθεις μόνος σου κοντά μου. Καταλάβαινα πως το πιο σημαντικό ήταν να κερδίσω κάποια στιγμή την εμπιστοσύνη σου.

Συνέχισα να σε φροντίζω μέχρι που τα μάτια πια δεν είχαν ανάγκη να σφραγίσουν στου ονείρου το μονοπάτι, συνέχισα να έρχομαι σε κάθε ευκαιρία που μου δινόταν, συνέχισα ν΄ αφήνω μια γλυκιά καθημερινότητα να κάνει αναγκαία τη παρουσία μου και εσύ μέρα με τη μέρα ν΄ αφήνεσαι όλο και περισσότερο.

Όταν σ΄ άκουσα να με προσκαλείς σε δείπνο, για να μ΄ ευχαριστήσεις για τις φροντίδες μου, δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Στεκόσουν χαμογελαστός και άνετος δίπλα στη μικρή και προσπαθούσες να με πείσεις να δεχθώ, παινεύοντας τις μαγειρικές σου ικανότητες. Δέχθηκα με χαρά και φυσικά όχι για το κοκκινιστό, που υποτίθεται πως μαγειρεύεις μοναδικά.

Το δείπνο έγινε γεύμα, το γεύμα μια βόλτα στην παραλία και η βόλτα έγινε μια παράδοση γλυκιά σ΄ ένα στρωμένο κρεβάτι, που είχε πάρα πολλά χρόνια να νιώσει ζεστασιά και θαλπωρή. Παρόλους τους φόβους σου, σ΄ άκουσα να εξομολογείσαι τη λαχτάρα σου, σ΄ ένιωσα να παραδίνεσαι στην αγκαλιά και στον έρωτα μου και χωρίς να το θέλω άφησα μια πρωτόγνωρη χαρά να με πλημμυρίσει.

Την επομένη σε είδα να με κοιτάς μαζεμένος και γεμάτος τύψεις. Πάγωσα. Το ένιωθα πως με σύγκρινες με κείνο το φάντασμα που είχε καταφέρει να σε πληγώσει τόσο βαθιά, που ακόμη στοίχειωνε τις σκέψεις σου. Ήταν όμως τόσο άδικο να με συγκρίνεις! Τόσο άδικο και τόσο σκληρό!

Απομακρύνθηκα. Παρότι η καρδιά μου πονούσε, απομακρύνθηκα. Συνέχισα να βλέπω τη μικρή σε ώρες που ήξερα πως λείπεις στη δουλειά, να την πηγαίνω βόλτες και να τη διαβάζω, χωρίς όμως να σε συναντάω. Αν δεν το καταλάβαινες από μόνος σου πως με αδικούσες, δεν είχε καμία αξία να σου το πω εγώ.

Ένα πρωινό Σαββάτου σε είδα στα εξωτερικά ιατρεία και αμέσως η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο έντονα. Αμέσως έτρεξα κοντά σου, είδα το χέρι σου μέσα στα αίματα και χωρίς πολλά πολλά σε οδήγησα στο ιατρείο. Άρχισα να φροντίζω την πληγή σχεδόν χωρίς να σου μιλάω. Ήταν παράλογο, μα είχα θυμώσει με τον ίδιο μου τον εαυτό, που είχες καταφέρει ν΄ ανησυχήσω τόσο πολύ. Και τότε… “Μου λείπεις. Πολύ…”. Δεν σου απάντησα, τύλιξα τη πληγή, έβγαλα τα γάντια και πριν σ΄ αφήσω να φύγεις, σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου και σε φίλησα πεταχτά στα χείλη. “Μη με συγκρίνεις άλλη φορά μάτια μου…”.

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.