Αποδέχθηκα πως για σένα θα ήταν ο δεύτερος γάμος, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Από την πρώτη στιγμή που μίλησες για την οικογένεια που ήδη είχες, για τα δυο σου παιδιά και την πρώην σύζυγο. Στο πρόσωπό σου συνάντησα εκείνον που περίμενα από μικρή στα όνειρά μου, το ημερολόγιο της νιότης μου είναι αφιερωμένο σε σένα, σε περιγράφει, σε υμνεί, σε ικετεύει να ‘ρθεις όπως και αν είσαι…

Σε δέχθηκα λοιπόν χωρίς καμία δυσκολία ακριβώς όπως είσαι, αποφάσισα να πολεμήσω και με τα κοινωνικά πρότυπα και με μια οικογένεια άγνωστη σε μένα, που για κάποιον περίεργο λόγο είχε προσκολλήσει στη φιγούρα της πρώην. Ομολογώ πως για ένα πολύ μεγάλο διάστημα πίστευα πως εκτιμούσες και τις προσπάθειές μου και την υπομονή μου, μα δυστυχώς έκανα λάθος.

Ήδη διανύαμε τον δεύτερο χρόνο συμβίωσης. Τα δυο παλικάρια σου, παρότι δεν είχαν αποδεχθεί ποτέ τη σχέση μας, είχαν συμβιβαστεί, τουλάχιστον έτσι έδειχναν, μέχρι που ο μεγάλος μας ανακοίνωσε τον γάμο του. Είχαμε χαρές και μια αιτία να γιορτάσουμε! Άρχισα να κάνω σχέδια και να οργανώνω μια μεγάλη γιορτή με συγγενείς, φίλους, ακόμη και κάποιους πολύ σημαντικούς πελάτες, που ήξερα πως ήθελες να ευχαριστήσεις και κατά κάποιο τρόπο να τιμήσεις. Μόνο που η ανόητη έκανα σχεδίαζα χωρίς τον ξενοδόχο…

Είχα ξεκινήσει μια μικρή έρευνα για τον πιο κατάλληλο χώρο που θα φιλοξενούσε τη γιορτή μας, όταν σε είδα να μπαίνεις στο γραφείο κάπως μαγκωμένος, κρατώντας ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Η χαζή μόλις σε είδα, σου χάρισα το πιο φωτεινό χαμόγελό μου, είχα τη ψευδαίσθηση πως απλώς μ΄ είχες επιθυμήσει και εκείνο το όμορφο λουλούδι δήλωνε ακριβώς αυτό, τη λαχτάρα σου. Τελικά η ερωτευμένη γυναίκα, είναι η πιο ανόητη…

Μισόλογα, μια αμηχανία πρωτόγνωρη για έναν τόσο έμπειρο και έξυπνο άνδρα σαν και σένα και στο τέλος… “Ξέρεις… τα παιδιά θα προτιμούσαν να… καταλαβαίνεις. Να μην εμφανιστείς σ΄ αυτήν την καθαρά οικογενειακή συγκέντρωση. Θα… θα είναι άβολο και για σένα και για τη μητέρα τους…”. Διανύαμε άνοιξη και ήταν αφύσικο να νιώθω ένα ποτάμι παγωμένο να κυλά με ορμή στην σπονδυλική μου στήλη. Δεν τόλμησα ν΄ αντιδράσω από τη στιγμή που σ΄ άκουσα να ξεστομίζεις αυτά τα λόγια και σε είδα να το θεωρείς δεδομένο πως θα συμφωνήσω. Δεν επιχείρησα καν ν΄ ανοίξω το στόμα μου για να υπερασπιστώ τα δυο χρόνια αγάπης και αφοσίωσης που σου είχα χαρίσει.

Η αγάπη μάτια μου δεν είναι υποχρέωση, είναι δώρο. Δεν περιμένει ανταλλάγματα, ούτε φυσικά συμβιβασμούς και το χειρότερο είναι πως εσύ δεν συμβιβάστηκες απλώς, έφτυσες κατάμουτρα και μένα και τα συναισθήματά μου για να κάνεις το χατίρι των παιδιών σου. Ας είναι, ούτως ή άλλως πάντα για έναν πολίτη βήτα κατηγορίας με λογάριαζες, απλώς εγώ άργησα να το συνειδητοποιήσω…

Προφασίστηκα ένα πολύ σημαντικό ραντεβού και ένα ταξίδι απρόβλεπτο. Το πιο περίεργο ήταν πως ήξερα πως το κατάλαβες πως έλεγα ψέματα και όμως δέχτηκες να παίξεις σ΄ αυτήν την παράλογη παράσταση και να μου ευχηθείς μάλιστα και καλή επιτυχία. Ετοίμασα δυο πράγματα και έφυγα δίχως καν να σ΄ αποχαιρετίσω.

Για πρώτη φορά στα δυο χρόνια αισθανόμουν έναν έντονο, έναν καθηλωτικό θυμό, που ανατρίχιαζε κάθε κύτταρο της ύπαρξής μου. Για μια στιγμή μονάχα τα ‘χασα, δεν ήξερα ούτε πού να πάω, ούτε τι να κάνω. Είχα πάρει άδεια από τη δουλειά μόνο και μόνο για να μπορώ να βοηθήσω στις προετοιμασίες της δεξίωσης και τώρα… τώρα έπαιζα κρυφτούλι με τον ίδιο μου τον εαυτό…

Κατέβηκα στη θάλασσα και αποφάσισα να δώσω λίγο χρόνο να καταλαγιάσει αυτός ο πρωτόγνωρος θυμός. Έπρεπε να δω τι ακριβώς αισθανόμουν και πώς ήθελα να συνεχίσω. Ένα είναι βέβαιο, πως αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα επέτρεπα σε σένα και στους δικούς σου να συμπεριφερθείτε μ΄ αυτόν τον απαράδεκτο τρόπο.

Πέρασα πολύ δύσκολα, συντροφιά με τη μοναξιά και τις αναμνήσεις από μια αγάπη που λαχταρούσα να ζήσω πολλά χρόνια. Τα συναισθήματα μεταλλάσσονταν από τη μια στιγμή στην άλλη. Ερχόταν στιγμές που έκλαιγα με παράπονο και μετά από λίγο από αγανάκτηση. Και το πιο περίεργο ήταν πως είχα δίκιο και στις δυο περιπτώσεις…

Τελικά μια βδομάδα μετά, αποφάσισα ακριβώς τι ήθελα να κάνω. Επέστρεψα στο διαμέρισμά σου την ώρα που ήξερα πως δε θα ήταν κανείς εκεί για να γίνει μάρτυρας της φυγής μου. Μάζεψα τα πράγματά μου και άφησα την απουσία μου να οδηγήσει τα βήματά σου. Βρήκες το κουράγιο να επικοινωνήσεις μαζί μου την επομένη. Ακόμη μια μεγάλη απογοήτευση για μένα, που περίμενα πως θ΄ άρχιζες να με ψάχνεις σαν τρελός με το που θα έβρισκες τις ντουλάπες άδειες. 

Δέχθηκα να τα πούμε σ΄ ένα από τα μέρη που συνήθως πηγαίναμε για να χαλαρώσουμε και να βρεθούμε για λίγο μόνοι. Η αλλαγή στη συμπεριφορά και στη διάθεσή μου ήταν εμφανής και ξέρω καλά πως την ένιωσες με την πρώτη ματιά. “Μου έλειψες…”. Για πρώτη φορά δεν σε πίστεψα και δυστυχώς είχα και τα κατάλληλα επιχειρήματα για να σου αποδείξω πως είχα δίκιο.

Δε μ΄ άρεσε που δε μπήκες καν στον κόπο να προσπαθήσεις να με πείσεις, να προσπαθήσεις να προστατεύσεις την αγάπη μας, να ορθώσεις το ανάστημά σου για όλα αυτά που υποτίθεται πως χτίζαμε δυο χρόνια τώρα. Άδειος. Αυτή την αίσθηση μου έδωσες, πως ήσουν άδειος από συναισθήματα και αυτό με σόκαρε. Προσπάθησες μονάχα να δικαιολογήσεις γι’ ακόμη μια φορά τα παιδιά σου, τον πόνο τους για τον χωρισμό σου, την ανασφάλειά τους, τις φοβίες τους… τους… τους… τους… τους… Σ΄ άφησα να τα πεις όλα, να ξεσπάσεις.

Λίγο πριν προετοιμάσω τον εαυτό μου για το οριστικό τέλος, σου χάρισα το πιο ζεστό μου χαμόγελο και με μια φωνή που δήλωνε ξεκάθαρα πως δε μπορούσες πια να με πείσεις, σου ψιθύρισα το τέλος “Αλήθεια, κατάλαβες ποτέ πώς ένιωσα εγώ;”.

 

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.