Δευτέρα πρωί και ήδη είχα αργήσει. Βιαζόμουν να βρω ταξί, όταν σε είδα στη θέση του συνοδηγού και χωρίς να το θέλω κοκκάλωσα. Ο οδηγός ταξί να με ρωτάει πού πηγαίνω και εγώ να μη ξέρω πώς ν΄ αντιδράσω. Τελικά φύγατε και εγώ απόμεινα μαρμαρωμένη να μη ξέρω πού να πάω και πού να σταθώ…

Είχα να σε δω τέσσερα ολόκληρα χρόνια και ήταν τόσο ξαφνικό… Ο έρωτας της ζωής μου με σάρκα και οστά, μ’ ένα ύφος γεμάτο ενοχή, δυο χείλη σφιγμένα και αχτένιστα μαλλιά που φόρεσαν τα γκρίζα…

Τελικά δεν πήγα ποτέ στη δουλειά. Παγωμένη μπήκα στο πρώτο καφέ που συνάντησα στον δρόμο, ειδοποίησα για μια ξαφνική αδιαθεσία και κρύφτηκα στην πιο απόμερη γωνιά του μαγαζιού, σε μια προσπάθεια να ξαναζεστάνω το κορμί μου που είχε παγώσει ολόκληρο. Ομολογώ πως δεν περίμενα να μ΄ επηρεάσει τόσο η απρόσμενη συνάντησή μας. Ήπια επανωτά δυο κούπες καυτό καφέ και μετά επέστρεψα στο σπίτι σαν κυνηγημένη. Κλείστηκα στο δωμάτιο και χωρίς να το θέλω, άφησα τα χέρια μου να ορίσουν από μόνα τους το ταξίδι στο παρελθόν…

Ένα μεγάλο, φθαρμένο, μπεζ κουτί γεμάτο γράμματα, ραβασάκια και μια μεγάλη ντάνα παλιές φωτογραφίες που διαλαλούσαν την αγάπη μας. Φιλιά, αγκαλιάσματα, ταξίδια, χοροί, εκδρομές και ένας κρυφός αρραβώνας χωρίς βέρες. Όλα ήταν εκεί, έτοιμα να με βυθίσουν ξανά σ΄ εκείνη την κόλαση που πίστευα πως δεν με πονούσε πια.

Είχαμε γνωριστεί μέσω κοινών φίλων, σε μια εκδρομή στους Δελφούς και πριν επιστρέψουμε στα σπίτια μας, το πρώτο φιλί ακροβατούσε ανάμεσα μας. Όλοι ήταν βέβαιοι πως ταιριάζαμε μ΄ έναν μοναδικό τρόπο και ίσως να είχαν και δίκιο. Ίδιες ανησυχίες, κοινή φιλοσοφία και μόρφωση, παρόμοια γούστα και δυο ψυχές πρωτάρες στην αγάπη.

Έμεινα να κοιτάζω τις φθαρμένες φωτογραφίες, να διαβάζω τα δεκάδες γράμματα, τις καρπ-ποστάλ από τα ταξίδια, τα ραβασάκια και χωρίς να θέλω ξαναέζησα την ιστορία από την αρχή, μέχρι το θλιβερό της τέλος, ένα τέλος που έβαλες τόσο άγαρμπα και απόλυτα, που ακόμη και σήμερα αναρωτιέμαι πώς μπόρεσες!

Μετά τους πρώτους μήνες, δηλώναμε και οι δυο τρελά ερωτευμένοι, δεμένοι με αόρατα σχοινιά που θεωρούσαμε πως κανείς στον κόσμο αυτό δεν μπορεί να λύσει ή απλώς  να κόψει. Και όμως χρειάστηκε μόλις μια βραδιά με μια παλιά συμφοιτήτρια και ένα μπουκάλι ουίσκι, για να σου δώσει το κουράγιο και την ικανότητα να καταστρέψεις για πάντα ότι χτίζαμε τρία ολόκληρα χρόνια.

Δεν είχες τη δύναμη να μου αποκαλύψεις την αλήθεια. Όχι! Μ’ άφησες να το μάθω με τον πιο σκληρό τρόπο, γιατί θεώρησες πως αυτό ήταν το πιο σωστό για έναν άνθρωπο που δήλωνες πως αγαπούσες, για έναν άνθρωπο που υποτίθεται πως είχες «αρραβωνιαστεί». Επέτρεψες σε μια ανόητη να ‘ρθει να μου μιλήσει και με τον πιο χυδαίο τρόπο να μου ανακοινώσει πως είστε πια μαζί, πως είστε ερωτευμένοι και πως σκοπεύετε να ζήσετε μάλιστα στο σπίτι της!

Πώς ακριβώς περίμενες να σχολιάσω τις επιλογές σου; Τι ήθελες να κάνω; Να παρακαλέσω; Να βρίσω; Να θυμώσω; Να κλάψω; Να σου δώσω την ευχή μου; Δεν έκανα τίποτα, γιατί δεν σου άξιζε τίποτα. Μάζεψα μέσα σ’ ένα απόγευμα τα πράγματά μου και εξαφανίστηκα, άλλαξα σπίτι, κινητό, παρέες. Δεν υπήρχε περίπτωση ν΄ αφήσω τίποτα και κανέναν να γίνει η αφορμή να μάθω ή να συζητήσω το οτιδήποτε για σένα. Την μέρα που επέτρεψες σε μια άλλη γυναίκα να μου μιλήσει εκ μέρους σου, εκείνη τη μέρα δήλωσες για πάντα απών. Όχι, δε θέλησα ποτέ το κακό σου, ούτε σήμερα το θέλω, να είσαι πάντα καλά, ευτυχισμένος, τακτοποιημένος, μα μακριά μου…

Αυτή η απρόσμενη συνάντηση άφησε μια αίσθηση πικρίας στο στόμα. Και όχι μόνο. Μ’ ανάγκασε να συνειδητοποιήσω πως επιτέλους έπρεπε ν΄ απαλλαγώ από το φάντασμα της σχέσης μας. Δεν είχε απομείνει τίποτα, ήταν αλήθεια πως ταράχτηκα πολύ όμως ανοίγοντας το κουτί των αναμνήσεων. Μου δόθηκε η ευκαιρία να καταλάβω πως από μας του δυο είχε απομείνει μονάχα αυτό, ένα κουτί αναμνήσεις, ένας πάκος φθαρμένες φωτογραφίες…

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.