Γιατί κάποια στιγμή έπρεπε να σταματήσω να σε δικαιολογώ, να σε πιστεύω και να υπομένω…

Advertisements

Σε είδα να παίρνεις τη βαλίτσα σου στα χέρια, ν΄ ανοίγεις τη πόρτα και σιωπηλός να φεύγεις από το σπίτι μας. Ίσως θα μπορούσες να με ρωτήσεις γιατί δεν αντέδρασα. Γιατί δε προσπάθησα να σε σταματήσω. Γιατί δε σου έδωσα ακόμη μια ευκαιρία. Δε με ρώτησες. Και ξέρουμε πολύ καλά τον λόγο και οι δυο…

Μια σχέση στολισμένη με πολλές υποσχέσεις και αμέτρητες δηλώσεις μιας “μεγάλης” αγάπης, που όμως ποτέ δεν μπήκες στην διαδικασία ή στον κόπο να την αποδείξεις. Γνωριστήκαμε διψασμένοι και οι δυο να ζήσουμε μια αγάπη, αφήσαμε λοιπόν τον ενθουσιασμό να μας παρασύρει, να μας οδηγήσει σε μονοπάτια δύσβατα, ενώ φορούσαμε και οι δυο παρωπίδες. Η λαχτάρα, η απειρία, η ανάγκη να πετύχουμε, με οδηγούσε στην ανόητη απόφαση να σε συγχωρώ και να δίνω πρώτες και δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες, να παραγράφω τις κούφιες δηλώσεις και να προσπερνάω τις λιγοστές πράξεις.

Δήλωνες πως ήσουν άτυχος, όταν όλες σου οι πράξεις και οι επιλογές αποδείκνυαν πως είσαι τεμπέλης. Εκνευριζόσουν πως έχανες χρήματα γιατί σε αδικούσαν, όταν ο τζόγος είχε γίνει ο μόνιμος συνοδοιπόρος σου. Φώναζες πως αγχωνόσουν, όταν η αδιαφορία, για να μη πω μάτια μου η αναισθησία, είχε γίνει η κολλητή σου σύντροφος. Για όλα τα λάθη έφταιγαν μόνο οι άλλοι, ποτέ εσύ! Κι εγώ μονίμως να παλεύω να δικαιολογήσω τ΄ αδικαιολόγητα. Γιατί στην αρχή είχα καλή πίστη, γιατί στη συνέχεια πάλευα να κρατηθώ από κάπου, ενώ φοβόμουν το αναπόφευκτο τέλος. Ένα τέλος που δεν άργησε να ‘ρθει, από τη στιγμή που κατάλαβα πως είχες σταματήσει να μ’ αγαπάς και να με σέβεσαι.

Παρασκευή βράδυ, ένα ατύχημα που με οδήγησε μαζί με μια συνάδελφο σε εφημερεύων νοσοκομείο, μια ελαφριά διάσειση και κάποιοι ελάχιστοι μώλωπες, έπρεπε όμως να διανυκτερεύσω στο νοσοκομείο. Θα ήταν η πρώτη φορά και η αλήθεια ήταν πως είχα τρομοκρατηθεί και με το περιβάλλον, μα και με το ενδεχόμενο πως δεν μου έλεγαν όλη την αλήθεια. Σε ειδοποίησα τρομοκρατημένη. Σ’ άκουγα να λες ανήσυχος πως θα πάρεις άδεια και θα τρέξεις κοντά μου. Δυο ώρες μετά, σ΄ ένα παρόμοιο τηλεφώνημα, δήλωνες πως δυστυχώς “τ΄ απαράδεκτα αφεντικά σου”, δε σου έδιναν την άδεια να έρθεις κοντά μου, μα θα τρέξεις με το που το ρολόι θα δείξει 6. Δυστυχώς το τρίτο τηλεφώνημα ήταν ακόμη πιο σύντομο. Υπερωρίες! Δεν μπορούσες να κάνεις κάτι και τους άφηνες απλώς να σ΄ εκμεταλλευτούν, μια που είχες ανάγκη τη δουλειά, για να μαζέψουμε χρήματα για τον γάμο μας…

Θυμάμαι πως γύρω στα μεσάνυχτα ο Μορφέας κατάφερε να με πάρει στην αγκαλιά του, ίσως για να με λυτρώσει τελικά από την αγωνία και το θυμό που είχε αρχίσει να μουδιάζει το μυαλό και την καρδιά μου. Δεν εμφανίστηκες ποτέ στο νοσοκομείο, ούτε καν την επομένη το μεσημέρι, που οι γιατροί επέτρεψαν να φύγω. Νομίζω πως εκείνη ήταν η σταγόνα που πλημμύρισε το ποτήρι της υπομονής και της κατανόησής μου. Μετά από εκείνη την περιπέτεια όλα άλλαξαν. Τα λόγια, οι υποσχέσεις, οι τρυφερές κούφιες στιγμές… όλα απέκτησαν ένα διαφορετικό προσωπείο για μένα, που δυστυχώς δεν σου επέτρεψε ξανά να με ξεγελάσεις.

Σταμάτησα να δικαιολογώ, να πιστεύω, να υπομένω και όπως ήταν πολύ φυσικό κάποια στιγμή αντέδρασες και έφυγες. Είναι τραγικό να βλέπεις τον άνθρωπο που δήλωνες πως αγαπούσες να φεύγει από κοντά σου και εσύ να αισθάνεσαι μονάχα… ανακούφιση. Ναι μάτια μου, ανακούφιση! Η αγάπη έγινε ανακούφιση, ο έρωτας έγινε ανακούφιση, η λαχτάρα και η χαρά όλα έγιναν ανακούφιση. Γι’ αυτό δε σε σταμάτησα. Γιατί δε μπορείς να δηλώνεις ερωτευμένη και το μόνο που αισθάνεσαι να είναι… ανακούφιση!

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.