Κι ήρθε ένας άγνωστος να με ακούσει, όπως δεν έκανε ποτέ κανείς…

Advertisements

Έκλαψα, χτυπήθηκα, λύγισα. Όλα αυτά μόνη μου, χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτα.

Κοντά στην θάλασσα έκατσα. Πάνω σε ένα βράχο έβλεπα τα κύματα να χτυπάνε με μανία, μια ζωή που γέμισε με κόκκινους λεκέδες. Μια ζωή που λέρωσε την διάφανη ψυχή μου. Εκεί στον βράχο, με μουσική τα κύματα, ήθελα να αφήσω για άλλη μια φορά τον πόνο μου. Δάκρυα είχαν σκεπάσει τα μάτια μου, δεν έβλεπα μπροστά μου. Τότε ένιωσα ένα άγνωστο χάδι, ζεστό σαν φωτιά στο τζάκι. Κάθισες δίπλα μου, δεν σε ρώτησα τίποτα, απλά έμεινα να σε κοιτώ. Δεν μίλησες, με την σιωπή σου μου έδωσες την δύναμη να αρχίσω να μιλάω με την ψυχή μου, να βγάζω τα αγκάθια ένα ένα. Το βλέμμα σου με άκουγε και με καταλάβαινε.

Ένας άγνωστος ήρθε να με ακούσει, όπως δεν έκανε ποτέ κανείς. Ένας άγνωστος μου κράτησε το χέρι και μου είπε “Προχώρα! Η ζωή σε περιμένει!”. Μου έδωσε το χέρι του, πήρε το βάρος από τους ώμους μου, το φόρτωσε στην πλάτη του και μου χαμογέλασε. Τα μάτια του φωτιά, τα λόγια βάλσαμο. “Τώρα που άφησες πίσω ό,τι σε πονάει, πήγαινε πίσω στην ζωή και δώσε χαμόγελο σε όποιον το χρειαστεί!”. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια ενός άγνωστου, κάποιου που ήθελε για πρώτη φορά να με ακούσει, να πάρει ό,τι με πονάει, για να μου δώσει την ευκαιρία να δω καθαρά μια θάλασσα, που αν και φουρτουνιασμένη ξέρει να ηρεμεί και να γίνεται από γκρι, γαλάζια.

Η θάλασσα ήταν πάντα εκεί, μα ο άγνωστος χάθηκε σε μια στιγμή που η λύπη είχε πνίξει την ψυχή μου. Μου έδωσε πνοή και ανάσα και χάθηκε, χωρίς επιστροφή…

 

Άνδρεα Αρβανιτίδου

https://www.andreaarvanitidou.com/

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.