Advertisements

Κάθε φορά που θα βλέπω αγιόκλημα, θα θυμάμαι τη γνωριμία μας… Είχα μόλις μετακομίσει στη γειτονιά, μετά από ένα πολύ δύσκολο διαζύγιο. Μόνη, πληγωμένη, σε μια άγνωστη πόλη, χωρίς φίλους, χωρίς συγγενείς. “Μια σωτήρια μετάθεση για τη ψυχή σου!”, έτσι θυμάμαι είχε πει η διευθύντρια μου.

Τα γραφεία πολύ κοντά με το μικρό διαμερισματάκι που βρήκα. Μια διαδρομή δίπλα στη θάλασσα, σ΄ έναν δρόμο ήσυχο, μ΄ ένα δυο γραφικά καφενεδάκια και δυο μαγαζάκια δώρων, που οι ιδιοκτήτες μέσα σε λίγες μέρες με χαιρετούσαν με τ΄ όνομά μου. Μια γειτονιά φιλόξενη, γεμάτη χαμόγελα και καλημέρες, πλημμυρισμένη ανθισμένες γλάστρες και μυρωδιές από ανθρωπιά.

Εκεί σε μια γωνιά, μια φιγούρα σκοτεινή, απόμακρη. Δυο μάτια πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά, ένα δερμάτινο μαύρο μπουφάν μέσα στο κατακαλόκαιρο και μια μηχανή chopper, που λάτρεψα με την πρώτη ματιά.

Δεν έδωσα καμία σημασία, παρότι οι ψίθυροι όλο και πλήθαιναν ανάμεσα στα φιλικά, φιλόξενα πρόσωπα, που μοιραζόμασταν πια στιγμές καθημερινότητας. “Έκανε φυλακή!”, “Μαστούρα!”, “Αλήτης!”…  άκουγα σιωπηλή, άκουγα και αναρωτιόμουν γιατί όλοι ξαφνικά έδειχναν μια έντονη αντιπάθεια για κείνη τη φιγούρα που έπινε τον καφέ του κάθε πρωί σε μια γωνιά του καφενέ και μετά έφευγε, για να επιστρέψει το επόμενο πρωινό και ξανά… και ξανά… και ξανά…

Θυμάμαι ήταν απόγευμα Σαββάτου, επέστρεφα στο σπίτι μετά από μια μικρή βόλτα στην παραλία, όταν ξαφνικά ξέσπασε καλοκαιρινή μπόρα. Απτόητη συνέχισα να περπατάω. Θυμάμαι τη μηχανή να σταματάει από το πουθενά δίπλα μου και μια φωνή επιβλητική να με ρωτάει τι ώρα είναι. Απάντησα αμέσως, όταν είδα ένα πρόσωπο γεμάτο αίματα. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, αναζήτησα ένα μαντήλι και με μια απίστευτη τόλμη άρχισα να σκουπίζω τη βαθιά πληγή στο μέτωπο. “Πρέπει να πας σ΄ ένα φαρμακείο για γάζες και αντισηπτικό!”.

Δυο καταπράσινα μάτια με κοίταξαν μάλλον μ΄ έκπληξη. Το επόμενο δευτερόλεπτο η μηχανή πήρε μπρος και εξαφανίστηκε μέσα στη βροχή. Από το επόμενο πρωινό, μαζί με τον καφέ και το λουκουμάκι στον δίσκο, υπήρχε και ένα κλωνάρι γιασεμί. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, ο κυρ Ηλίας ήταν πάντα ευγενικός μαζί μου, μετά από λίγο όμως άρχισα ν΄ αναρωτιέμαι γιατί το γιασεμί συνέχιζε να κοσμεί μονάχα τον δικό μου δίσκο. Τόλμησα να ρωτήσω τον κυρ-Ηλία, που μου εξήγησε πως κάθε φορά που έστηνε τον δίσκο, έβρισκε το γιασεμί δίπλα στο φλιτζάνι μου.

Άρχισα να αισθάνομαι μια ματιά να μ΄ αγκαλιάζει, ν΄ ακολουθεί τα βήματά μου, να παρακολουθεί σαν γεράκι τις κινήσεις μου. Για έναν ολόκληρο μήνα έπινα σιωπηλή τον καφέ μου συντροφιά με το κλωνάρι γιασεμί. Πριν φύγω για το γραφείο, το γιασεμί στόλιζε την τσάντα ή το πέτο μου. Πάντα! Μέχρι που ένα πρωινό ξεχάστηκα και το άφησα πίσω…

Περπατούσα βιαστικά γιατί είχα αργήσει, όταν άκουσα ξαφνικά τη μηχανή. Αμέσως σταμάτησα. Η φιγούρα σταμάτησε τη μηχανή μια ανάσα μακριά μου, έβγαλε τα σκούρα γυαλιά και κρατώντας το κλωνάρι γιασεμί στάθηκε μπροστά μου. “Καλημέρα!”. Πριν προλάβω ν΄ απαντήσω, το κλωνάρι βρισκόταν στολισμένο στο πέτο μου…

Από την επομένη πίναμε τον πρωινό καφέ μαζί, πάντα συντροφιά μ΄ ένα κλωνάρι γιασεμί. Μετά με πήγαινες στη δουλειά, για να επιστρέψεις το απόγευμα να με πάρεις. Τα λόγια σου λιγοστά, τόσα όσα για να καταλάβω πως δεν ήσουν ούτε κάθαρμα, ούτε αλήτης, ούτε πρεζόνι. Ένας άνδρας πληγωμένος, που έχασε τους γονείς του στην πιο τρυφερή ηλικία, που μεγάλωσε μόνος με δυσκολίες, με αγώνα, με προσπάθειες, με θυσίες, με κόπο, που δεν του χαρίστηκε τίποτα και που όλα όσα είχε, τα είχε κερδίσει μόνος με πολύ πολύ δουλειά.

Χθες κλείσαμε έναν χρόνο που πίνουμε το καφεδάκι μας συντροφιά μ΄ ένα κλωνάρι γιασεμί, μόνο που τώρα πια με κρατάς σφιχτά μέσα στα χέρια σου και μου ψιθυρίζεις πως δεν θέλεις να μ΄ αφήσεις από τα χέρια σου και εγώ σου απαντάω μ΄ αγάπη “Πρέπει να φύγω γιατί έχω αργήσει, κάθαρμα της καρδιάς μου…”.

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.