Μαζί με τη μικρή μπήκαμε βιαστικά στη βιβλιοθήκη και ζητήσαμε κάποια από τα μυθιστορήματα του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Η εργασία ήταν πάνω στο έργο του και επέμενα πως έπρεπε πρώτα να διαβάσει κάποια κείμενά του, για να είναι σε θέση να γράψει την εργασία και να μην περιοριστεί μονάχα στις πληροφορίες του ίντερνετ.

Λάτρης του Ξενόπουλου, μόλις είδα τα γνώριμα κείμενα αισθάνθηκα μια γλυκιά συγκίνηση, μέχρι που στα χέρια μου βρέθηκε το “Μυστικοί Αρραβώνες”. Χωρίς να το θέλω, άρχισα να τρέμω. Τελικά ο χρόνος μπορεί να ναρκώνει τις αναμνήσεις, μα δεν τις θάβει ποτέ αρκετά βαθιά ώστε να τις ξεχάσεις…

“Μυστικοί Αρραβώνες” το πιο γλυκό κομμάτι των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων. Ο πρώτος μου έρωτας, εκεί έτοιμος να μου ξυπνήσει τις πιο όμορφες αναμνήσεις τις ζωής μου…

Δώδεκα ετών, το καλοκαίρι πριν το Γυμνάσιο, μόνη σε μια νέα γειτονιά, βυθισμένη σε μια γλυκιά μελαγχολία, ανακαλύπτω τον Ξενόπουλο και αφήνομαι στις ευαισθησίες και τα ονειρικά συναισθήματα μιας άλλης εποχής. Στον αθώο έρωτα της ψυχής, όπως μονολογούσε και η γιαγιά μου όταν μ΄ έβλεπε να διαβάζω.

Η δανεική βιβλιοθήκη μια ανάσα μακριά από το νέο σπίτι, το μόνο ευχάριστο στην αγορά του πρώτου μας διαμερίσματος. Σχεδόν κάθε μέρα η απογευματινή μου βόλτα, κεράσματα για τις φίλες της μαμάς, ένα πακέτο τσιγάρα για τον μπαμπά και μια στάση για καλησπέρα στη γλυκιά κυρία Ουρανία, που έχει πάντα να προτείνει ένα ακόμη μυθιστόρημα του Ξενόπουλου και όχι μόνο.

Ένα παρόμοιο απόγευμα με διάθεση να ξεφύγω από το σπίτι και της επιτήρηση, κάθισα σε μια γωνιά και άρχισα να ξεφυλλίζω το νέο μου δανεικό απόκτημα, οι “Μυστικοί Αρραβώνες”. Ενθουσιασμένη το ξεφυλλίζω, για να διαπιστώσω έκπληκτη μια άσπρη μαργαρίτα μέσα στις σελίδες του. Το περίεργο ήταν πως το λουλούδι ήταν φρέσκο. Για κάποιον λόγο δεν δίνω σημασία, το αφήνω διακριτικά στο γραφείο της κυρίας Ουρανίας και φεύγω βιαστικά. Είχα αργήσει πολύ και θα μου βάζανε τις φωνές. Δυο μέρες επιστρέφω μαζί με το βιβλίο, μόνο που αυτή την φορά μέσα στην κάρτα δανεισμού, βρίσκω ένα μικρό ραβασάκι που έλεγε χαρακτηριστικά “Η μαργαρίτα ήταν για σένα και όχι για την κυρία Ουρανία”

Το έβαλα στα πόδια πανικόβλητη, για να επιστρέψω δυο μέρες μετά αποφασισμένη ν΄ ανακαλύψω το μυστήριο. Το μόνο όμως που κατάφερα ν΄ ανακαλύψω, ήταν ακόμη μια μαργαρίτα μέσα στο επόμενο βιβλίο και αυτό συνεχίστηκε για μέρες, όταν ένα απομεσήμερο, που βρήκα λίγο χρόνο και ξέφυγα από το σπίτι, μπήκα ζεσταμένη στη βιβλιοθήκη για να βρω ένα δροσερό καταφύγιο. Διάβαζα απορροφημένη την “Αναδυομένη”, όταν αισθάνθηκα ένα βλέμμα πάνω μου. Αμέσως σήκωσα το δικό μου και τότε τον είδα. Μια μελαχρινή φιγούρα να στέκεται δίπλα από την κυρία Ουρανία και να τη βοηθά στην τακτοποίηση των βιβλίων. “Γλυκιά μου να σου γνωρίσω τον Αχιλλέα, τον μικρότερο γιο μου. Ξέρεις είναι και αυτός λάτρης του Ξενόπουλου και το αγαπημένο του είναι οι Μυστικοί Αρραβώνες”…

Μούδιασα ολόκληρη, έμεινα σαστισμένη να τους κοιτάζω χωρίς να έχω μιλιά, χωρίς να έχω ανάσα,  χωρίς να μπορώ να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του. Εκείνος να με κοιτάζει χωρίς ντροπή και να μου ψιθυρίζει όσα ήταν αδύνατο να ξεστομίσει δυνατά μπροστά στη μητέρα του…

Εκείνο το απομεσήμερο ήταν η πρώτη φορά που μου μίλησε, η πρώτη φορά που άκουσα την εξομολόγησή του, η πρώτη φορά που μου πρόσφερε μια ακόμη μαργαρίτα χωρίς ντροπή και μυστικά, η πρώτη φορά που μου ζήτησε να διαβάσουμε μαζί τους “Μυστικούς Αρραβώνες”.

Πριν τελειώσει το καλοκαίρι, ήμουν “αρραβωνιασμένη” μαζί του. Όλα μου τα βιβλία έκρυβαν από μια μαργαρίτα, ενώ η ψυχή μου του είχε ήδη παραδοθεί, κάνοντας όνειρα για κοινή ζωή. Κανένας δεν περίμενε το τραγικό τέλος των “αρραβώνων” μας. Ο Αχιλλέας θα έχανε τη ζωή του μαζί με τον πατέρα του σ΄ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η μοίρα θα όριζε άλλες διαδρομές για τη δική μου ζωή…

Ξαφνικά τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Είχα τριάντα ολόκληρα χρόνια να τολμήσω ν΄ ανοίξω εκείνο το βιβλίο. Το άνοιξα τρέμοντας με τον φόβο πως ίσως μέσα του υπήρχε ακόμη μια ξεχασμένη μαργαρίτα από εκείνον. Όχι, το βιβλίο δεν είχε τίποτα και εμείς το πήραμε και επιστρέψαμε στο σπίτι. Η εργασία έγινε, η μικρή πήρε τον καλύτερο βαθμό και εγώ έμεινα μουδιασμένη να θυμάμαι και ν΄ αναπολώ τους πρώτους μου μυστικούς αρραβώνες με λίγες άσπρες μαργαρίτες και δυο κλεμμένα αθώα φιλιά από δυο χείλη που έτρεμαν…

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.