Βιαζόμουν να φύγω για τη δουλειά, όταν έριξα μια τελευταία ματιά πίσω μου. Άδεια μπουκάλια μπύρας στο τραπέζι του καθιστικού, πιάτα και ποτήρια χρησιμοποιημένα διάσπαρτα σ΄ όλο το δωμάτιο και τέλος η φιγούρα σου ναρκωμένη σε μια γωνιά του καναπέ…

Για μια στιγμή έκανα να γυρίσω κοντά σου και γι΄ ακόμη μια φορά να δώσω μάχη για να σε συνεφέρω, να σου θυμίσω ποιος είσαι και ποιες υποχρεώσεις έχεις απέναντι στον εαυτό σου και στην ίδια τη ζωή. Δεν το έκανα, μια ξαφνική, μια αφύσικη και πρωτόγνωρη κούραση οδήγησε τα βήματα μου έξω από το διαμέρισμα. Έπρεπε να πάω στη δουλειά και αν ήταν δυνατόν να ξεχάσω πως μετά από δέκα ώρες θα με περίμενε πίσω ένας άνδρας που αγάπησα πολύ και που τους τελευταίους μήνες είχε αποφασίσει ν΄ αναζητά συνεχώς καταφύγιο παρηγοριάς στο αλκοόλ.

Ήταν πραγματική έκπληξη που κατάφερα να ξεχάσω όλα αυτά που είχαν γίνει βάρος ασήκωτο στους ώμους μου και τελικά ν΄ ασχοληθώ μονάχα με τη δουλειά. Λίγο μετά της εννιά, έβαλα το κλειδί στην πόρτα και άνοιξα το “καπηλειό” της συμβίωσής μας. Ένα κύμα από πνιχτό βαρύ καπνό και εκείνη η μυρωδιά αλκοόλ, που είχε αρχίσει πια να μου ανακατώνει τα σωθικά. Το ίδιο σκηνικό, ίσως λιγάκι χειρότερο από το προηγούμενο βράδυ, που είχα διπλή βάρδια.

Μπήκα μέσα μ΄ ένα έντονο αίσθημα να θέλω να το βάλω στα πόδια. Σε βρήκα να παρακολουθείς τηλεόραση, μια κουτσομπολίστικη εκπομπή που είναι βέβαιο πως δε σε αφορά. Στα χέρια σου πάντα ένα μπουκάλι μπύρα και ένα τσιγάρο. Αδιάφορη, για να μην πω καλύτερα απίστευτα κουρασμένη, μπήκα στο μπάνιο, πλύθηκα, άλλαξα και κάθισα δίπλα σου με τη διάθεση να το βάλω στα πόδια ακόμη και με τις παντόφλες.

Γύρισες και με κοίταξες μ΄ ένα ναρκωμένο βλέμμα που περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τη διάθεση και τη ψυχολογία σου. Σε ρώτησα αν έφαγες και σαν θεριό μούγκρισες πως δεν πεινούσες, πως ήθελες απλώς ακόμη μια παγωμένη μπύρα. Οι μπύρες στο ψυγείο δυστυχώς είχαν τελειώσει, ακριβώς όπως και η υπομονή μου. Με αγριοκοίταξες και άρχισες να βρίζεις. Δεν τόλμησα ν΄ απαντήσω, όχι από φόβο, μα από αγανάκτηση, μέχρι που μια σκέψη που καταλάγιασε μέσα μου, μου χάρισε το πιο πολύτιμο δώρο. Ελευθερία! Είχα σταματήσει να αισθάνομαι ελεύθερη και αυτό ήταν τραγικό…

Ντύθηκα βιαστικά και κατέβηκα ν΄ αγοράσω μια σακούλα μπύρες. Σε βρήκα να περπατάς νευρικά πέρα δώθε στο δωμάτιο και να μουρμουρίζεις ακαταλαβίστικα. Σου έδωσα ένα μπουκάλι και έβαλα τις υπόλοιπες στο ψυγείο. Μετά μπήκα στο δωμάτιο και άρχισα να ετοιμάζω τα πράγματά μου. Δυο βαλίτσες, μια μεγάλη τσάντα και ένα άλμπουμ γεμάτο φωτογραφίες. Τ΄ άφησα κοντά στην πόρτα και κάθισα να πιούμε μια τελευταία μπύρα μαζί. Για μια στιγμή περίμενα να μη θέλεις να μοιραστείς μια μαζί μου. Όχι, γέμισες δυο μεγάλα ποτήρια και κοιτώντας σταθερά το πάτωμα, άρχισες να μου ζητάς συγνώμη, άρχισες ν΄ απολογείσαι και να προσπαθείς να με πείσεις πως θα προσπαθήσεις να διορθώσεις όλα αυτά που ξέρω καλά πως δε μπορείς, πως στην ουσία δε θέλεις να διορθώσεις, γιατί πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να βρεθείς αντιμέτωπος με την αλήθεια, με τα λάθη και τον εγωισμό σου.

Ήπιαμε μια μπύρα, την τελευταία που θα πίναμε ποτέ ως ζευγάρι. Μετά έσκυψα και σου έδωσα ένα φιλί, το τελευταίο. Το αντίο της καρδιάς, ο πρώτος χαιρετισμός της λογικής. Έκανες να με σταματήσεις, μα κάτι σε σταμάτησε. Για μια στιγμή με κοίταξες όπως τότε που ήξερες να δείχνεις σεβασμό σ΄ αυτήν τη σχέση “Συγνώμη…”. Ήταν ό,τι πιο όμορφο, ό,τι πιο σημαντικό είχες ψιθυρίσει τους τελευταίους μήνες, από τη στιγμή που σε απολύσανε. Χαμογέλασα με πικρία και άνοιξα την πόρτα.

Πριν φύγω… “Και εγώ συγνώμη που… κουράστηκα!”.

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.