Παλεύω να μείνω ψύχραιμη, παλεύω να διαβάσω ξανά τη διάγνωση του γιατρού, παλεύω να δώσω μια ελπίδα στον ίδιο μου τον εαυτό… “‘Ωχρά κηλίδα!”. Τα δάκρυα δεν μ΄ αφήνουν να διαβάσω καθαρά τ΄ αποτελέσματα της εξέτασης, αν και είναι περιττό, ξέρω πως είμαι καταδικασμένη. Βάζω βιαστικά το χαρτί στη τσάντα και παλεύω να μείνω όρθια. Για έναν ανεξήγητο λόγο έχω την αίσθηση πως τα πόδια μου δε μπορούν να με κρατήσουν, ενώ ένα συνεχές βουητό έχει αρχίσει να μ΄ ενοχλεί έντονα. Δεν καταλαβαίνω ούτε πού βρίσκομαι, ούτε πού πάω. Αλήθεια πώς βρέθηκα εδώ και πού είναι αυτό το “εδώ;”. Κοιτάζω γύρω μου, σε μια τελευταία προσπάθεια ν΄ ανακαλύψω τι ακριβώς μου συμβαίνει, όταν το βλέμμα μου στέκεται σ΄ έναν γοητευτικό κύριο που κρατά μπαστούνι και φορά σκούρα γυαλιά…

Ξαφνικά ξεσπάω σε κλάματα, είναι αδύνατο να συγκρατήσω τους λυγμούς μου και αφήνομαι σαν τρελή να κλαίω στη μέση του πεζοδρομίου. Είναι παράλογο, ο μόνος που τολμάει να με πλησιάσει είναι αυτός που αντιπροσωπεύει τους χειρότερους φόβους μου, ο γοητευτικός κύριος με το μπαστούνι. Μ΄ ένα ζεστό χαμόγελο στα χείλη, με ρωτά αν είμαι καλά, αν χρειάζομαι κάτι και μου προσφέρει με τρυφερότητα το μαντήλι του. Στάθηκε αδύνατο να του απαντήσω. Τι να πω; Πώς να περιγράψω την απελπισία και ταυτόχρονα την ελπίδα που τόσο απρόσμενα μου είχε χαρίσει; Πώς;

Κατάφερα να επιστρέψω στο σπίτι, κρατώντας πάντα σφιχτά στα χέρια εκείνο το μαντήλι. Χιλιάδες σκέψεις να μη σταματούν στιγμή να με βομβαρδίζουν με τους πιο εφιαλτικούς φόβους και τα πιο φρικιαστικά σενάρια. Τυφλή, μόνη, ανήμπορη, εγκαταλελειμμένη και κυρίως χωρίς εσένα…

Όσο και αν προσπάθησα να σου κρυφτώ, στάθηκε αδύνατο. Δεν είχα το κουράγιο να παίξω ένα θέατρο του παραλόγου, ούτως ή άλλως ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα καλή στα ψέματα. Βλέποντας το χάλι μου, σχεδόν τρομαγμένος, μ΄ ανάγκασες να σου αποκαλύψω την αλήθεια. Το έκανα. Ούτως ή άλλως το είχα αποφασίσει πως στο τέλος αυτού του ταξιδιού θα ήμουν μόνη, χωρίς εσένα…

Όταν σταμάτησε η φωνή, όταν λύγισε και αυτή από τη συγκίνηση και το παράπονο, σε είδα ν΄ απλώνεις τα χέρια και μετά από λίγο αισθάνθηκα να φυλακίζομαι σε μια αγκαλιά τρυφερότητας και θαλπωρής. “Εντάξει, θα το πολεμήσουμε και αυτό. Μαζί να είμαστε και όλα θα πάνε καλά. Δεν πειράζει…”.

Για μια στιγμή θύμωσα ακόμη και μαζί σου και άρχισα να φωνάζω πως δεν υπήρχε περίπτωση να μείνω κοντά σου, πως δε θα επέτρεπα να βασανιστείς κοντά μου, πως την επομένη θα έφευγα για πάντα μακριά σου, όταν ξαφνικά μ΄ έσφιξες πάνω σου με δύναμη. “Σταμάτα τις ανοησίες, πριν σε βάλω κάτω και σου μαυρίσω τα πισινά! Έχεις ιδέα τι αγωνία πέρασα όλες αυτές τις μέρες που περιμέναμε τ΄ αποτελέσματα; Φοβήθηκα! Πολύ! Μ’ ακούς; Φοβήθηκα! Και είναι η πρώτη φορά που φοβάμαι στη ζωή μου. Φοβήθηκα πως θα σε χάσω και τώρα μου λες πως απλώς θα γίνω τα “μάτια” σου, το μπράτσο που θα σε στηρίζει και εσύ έχεις την αίσθηση πως δε θα το αντέξω; Για τόσο λίγο μ΄ έχεις λοιπόν γλυκιά “τυφλή” μου αγάπη;”. Θα γίνω τα μάτια σου, το μπαστούνι σου, ο οδηγός σου, ο μάγειρας σου, η οικιακή βοηθός σου, θα γίνω τα πάντα για να μη νιώσεις αδύναμη και μόνη ούτε μια στιγμή. Θα γίνω αυτά και άλλα τόσα μέχρι τη στερνή μου ανάσα! Θα γίνω το ξυπνητήρι σου και το υπνωτικό σου, θα γίνω η καλημέρα και η καληνύχτα σου. Κυρίως όμως θα παραμείνω η αγάπη σου, το γέλιο και το κλάμα σου. Θα γίνω όλη σου η ζωή, γιατί χωρίς εσένα “τυφλή” μου αγάπη δεν υπάρχει τίποτα, ούτε καν θάνατος!”.

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.