Ακόμη δεν έχει ξημερώσει, παρόλα αυτά η μεγάλη βαλίτσα με κοιτάζει και με καλημερίζει με την υπενθύμιση πως σε τέσσερις ώρες πετάω για πάντα μακριά σου. Όλα τακτοποιημένα, όλα πληρωμένα, όλα στη θέση τους. Εσύ ζευγάρι μ΄ έναν άνθρωπο που θεωρούσα δικό μου, με την πρώτη μου ξαδέλφη, με το πλάσμα που εμπιστευόμουν πιο πολύ και από τον ίδιο μου τον εαυτό και εγώ έτοιμη να πετάξω όσο το δυνατόν πιο μακριά. Μόνη. Σε μια άλλη ήπειρο, σε μια άλλη δουλειά, σ΄ ένα άλλο σπίτι, σ΄ έναν άλλο κόσμο.

Ξαφνικά η ματιά σταματά στο ρολόι. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι δείκτες συνωμοτούν εναντίον μου, μάλλον βιάζομαι να ‘ρθει η ώρα να φύγω, την ίδια ώρα που ο πανικός περιμένει κρυφός στη γωνιά να μ΄ αγκαλιάσει. Μηχανικά ανοίγω τη μπαλκονόπορτα και βγαίνω στον κήπο, ίσως τελικά ήρθε η ώρα ν΄ αποχαιρετίσω την αγαπημένη μας γωνιά, πριν πάρω τη βαλίτσα και εξαφανιστώ…

Απόλυτη ερημιά και όμως έχω την αίσθηση πως όλα γύρω μου με κοιτάζουν με απέχθεια, με λύπηση, με οίκτο. Συνεχίζω να περπατάω στις γωνιές που γεμίσαμε με ζεστές αγκαλιές και παθιασμένα φιλιά και κάπου εκεί η ανάμνηση εκείνου του μεσημεριού που ήρθες να μου αποκαλύψεις την αλήθεια…

Είμαι ερωτευμένος με τη Ζωή. Συγχώρα με, αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο μαζί σου. Είναι έγκυος…

Φοβήθηκες για τρέλα, για εκδίκηση, για απαξίωση. Σήμερα αν με ρωτήσεις, δεν ξέρω γιατί επέλεξα απλώς τη φυγή. Τι ακριβώς να πω και τι να κάνω, όταν οι δυο άνθρωποι που αγαπούσα περισσότερο στη ζωή μου γίνονται ζευγάρι πίσω από την πλάτη μου και μάλιστα σε 8 μήνες θα γίνουν γονείς; Θυμάμαι πως σε κοίταξα σα να μην σε γνώριζα, μετά ψιθύρισα μια ευχή… ναι, τρελό μα έτσι έγινε. Ευχήθηκα να σας πάνε όλα καλά, έβγαλα το δαχτυλίδι της μητέρας σου από το χέρι μου, το πέταξα στα πόδια σου και σ΄ άφησα. Κλείστηκα στο σπίτι για τρεις ολόκληρες μέρες, παλεύοντας με δαίμονες, μ΄ ενοχές, αγκαλιάζοντας λυγμούς και σκέψεις σκοτεινές, μέχρι που τα πάντα ξεκαθάρισαν μέσα μου. Αυτός ο ευλογημένος τόπος δεν μας χωρά και τους τρεις, συγνώμη και τους τέσσερις. Η περιττή εγώ, άρα…

Ήταν πιο εύκολο απ΄ όσο πίστευα. Κατάφερα να επιλέξω τον τόπο που θα φιλοξενήσει τον πόνο και τη ντροπή μου. Βρήκα δουλειά, διαμέρισμα και τακτοποίησα αμέσως λογαριασμούς, εκκρεμότητες και χρέη. Σας έδωσα ακόμη και την ευχή μου! Δεν έχεις παράπονο! Δεν πρέπει να έχεις παράπονο, έφυγα από τη ζωή σου χωρίς να σου δημιουργήσω κανένα απολύτως πρόβλημα και σε λίγο θα φύγω και από τη χώρα, μόνο με την ελπίδα να μη σε δω ποτέ ξανά, με την ευχή να είσαι καλά μα πάντα μακριά μου…

Οι δείκτες μάλλον με λυπήθηκαν και άρχισαν να κινούνται. Η ώρα έφτασε. Παίρνω μαζί μου μια βαλίτσα άδεια από αναμνήσεις, από εικόνες, από στιγμές, από ψιθύρους, από υποσχέσεις. Όλα θαμμένα σ΄ αυτόν εδώ τον κήπο τ΄ αφήνω. Όλα! Μαζί μου θα πάρω μόνο τον ισολογισμό αυτής της άμοιρης αγάπης. Τον έχω ήδη κρύψει στο πιο μικρό τσεπάκι της ψυχής, μακριά από τ΄ αρώματα και τις ελπίδες. Δεν θα τον διαβάσω ποτέ ξανά, τον θέλω όμως μαζί μου, για να μη ξεχάσω ποτέ πως ήταν αρνητικός. Πως υπήρξα πραγματικά χαμένη μέσα στην αγάπη…

 

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.