Μια ειδοποίηση περίμενε στο viber για να πάρει το αυτοκίνητο και να αρχίσει να διασχίζει την Αττική οδό με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Ένα επαγγελματικό ταξίδι θα την κρατούσε μακριά απ’ όλα για εύλογο διάστημα και σίγουρα θα αποσυμφόριζε την κατάσταση. Άκουσε το κινητό της να χτυπά. Ήταν η Στέλλα.

– Έλα, κορίτσι μου, είσαι έτοιμη; Τα πήρες όλα;
– Ναι, έτοιμη είμαι. Όλα τα πήρα.
– Εντάξει, αγάπη μου. Να δεις που όλα θα πάνε καλύτερα από δω και πέρα. Κάνεις μια καινούργια αρχή. Τι ώρα πετάς;
– Εννέα το βράδυ. Στο είπα και χθες, με παρακολουθείς;
– Ναι, βρε. Ήθελα να δω μήπως το ξέχασες εσύ.
– Στέλλα, υποσχέθηκες κάτι!
– Ναι και σκοπεύω να τηρήσω την υπόσχεσή μου, αφού έτσι το θέλεις. Δεν θα πω τίποτα στον Πάνο.
– Ευχαριστώ.
– Άντε, μαζέψου. Είναι ήδη έξι και θες καμιά ώρα μέχρι το αεροδρόμιο.
– Ναι, σίγουρα. Λοιπόν, θα μιλήσουμε όταν φτάσω στη Λουκέρνη.
– Ναι, αγάπη μου. Να προσέχεις.

Έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε για άλλη μια φορά τα μηνύματα. Εκείνη την ώρα ήρθε το μήνυμα που περίμενε «Ξεκίνα, θα περιμένω στην έξοδο για αεροδρόμιο». Ο Παύλος ήταν συνεργάτης της και θα την συνόδευε μέχρι το αεροδρόμιο της Ζυρίχης. Μετά εκείνος θα έφευγε για Λωζάννη κι εκείνη για Λουκέρνη. Κλείδωσε τη βαλίτσα της και πήρε την τσάντα της από το τραπέζι. Βγήκε από το διαμέρισμά της, διπλοκλείδωσε την πόρτα και κινήθηκε προς το ασανσέρ. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο είδε ότι το πίσω λάστιχο ήταν ξεφούσκωτο.

– Να πάρει ευχή! Τώρα βρήκε; Έβγαλε το κινητό από την τσάντα της και κάλεσε τον Παύλο.
– Έλα, έπαθα λάστιχο. Θα βρεθούμε στο αεροπλάνο. Αλλιώς καλό σου ταξίδι.
– Είσαι υπερβολική. Θα με προλάβεις.

Έβγαλε τον γρύλο από το πορτ-μπαγκάζ κι άρχισε να αλλάζει το λάστιχο. Έβλεπε τα χέρια της μέσα στις σκόνες και το λευκό της πουκάμισο που είχε ήδη αρχίσει να γίνεται γκρι και της ήρθε να βάλει τα κλάματα. Μια φωνή μέσα της τη μάλωσε «Έλα τώρα, σοβαρά; Κοίτα να τελειώνεις, άλλαξε πουκάμισο κι έφυγες. Προλαβαίνεις!». Αυτό έκανε. Ετοιμάστηκε και ξεκίνησε για το αεροδρόμιο χωρίς να βγάζει λεπτό το πόδι της από το γκάζι. Άφησε το αυτοκίνητο για φύλαξη και έτρεξε προς τις αναχωρήσεις. Σε ένα τέταρτο θα έκλεινε η πύλη της. Εκείνη την ώρα άκουσε το κινητό της να χτυπάει. Ήταν ο Παύλος.

– Έρχομαι. Μόλις μπήκα στις αναχωρήσεις.
– Μην τρέχεις. Δεν φεύγουμε. Βλάβη.
– Τι εννοείς; Δεν γίνεται να μη φύγουμε!
– Ηρέμησε, μωρό μου. Δεν φεύγουμε. Θα φύγουμε με το πρωινό αεροπλάνο. Κονομήσαμε και διαμονή στο ξενοδοχείο του αεροδρομίου. Στα καλύτερα σε πάω, βρε!
– Κλείσε λίγο. Να συνέλθω. Το δωμάτιο είναι στο όνομά μου;
– Ναι. Εγώ πάω να ξεραθώ. Θα τα πούμε το βράδυ στο δείπνο.
– Εντάξει. Ευχαριστώ.

Είχε ήδη φτάσει στο check-in, αλλά έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς τον επάνω όροφο του αεροδρομίου. Ήθελε απεγνωσμένα έναν καφέ ή ακόμα καλύτερα λίγο αλκοόλ για να ηρεμήσει. Βρήκε μια θέση κοντά σε παράθυρο ώστε να βλέπει στον αεροδιάδρομο. Ένας σερβιτόρος την πλησίασε:

– Τι θα πάρετε;

– Ένα μπράντυ, παρακαλώ.
– Αμέσως.

Η ώρα ήταν περασμένες εννέα πλέον. Κοίταζε έξω προσπαθώντας να βάλει σε σειρά τις σκέψεις της. Κοίταξε το ρολόι της. Όπου να ΄ναι επέστρεφε ο Πάνος από τις Βρυξέλλες. Υπό διαφορετικές συνθήκες θα ήταν εκείνη εδώ να τον παραλάβει, αλλά οι συνθήκες ποτέ δεν είναι διαφορετικές, είναι αυτές που είναι. Κοίταξε τον πίνακα των αφίξεων και είδε το Landed να ανάβει δίπλα από την πτήση του. Έστρεψε ξανά το βλέμμα της στον αεροδιάδρομο προσπαθώντας να κάνει τα «αν» που την βασάνιζαν να σιωπήσουν. Και οι τελευταίοι ταξιδιώτες είχαν φύγει. Κοίταξε γύρω της και σκέφτηκε «επιτέλους λίγη ησυχία». Έβαλε το κινητό της σε λειτουργία πτήσης. Υποτίθεται ότι ήταν στο αεροπλάνο άλλωστε.

Ο Πάνος παρέλαβε τις αποσκευές του και βγήκε από το χώρο των αφίξεων. Σταμάτησε σε ένα παγκάκι έξω και έβγαλε το κινητό του και τα τσιγάρα του. Άναψε ένα τσιγάρο και ενεργοποίησε το κινητό του. Κανένα μήνυμα. Λογικά η Ελένη τώρα θα ταξίδευε. Δεν πρόλαβε να της εξηγήσει. Δεν πρόλαβε να της πει ότι από τις Βρυξέλλες επέστρεφε μόνιμα στην Ελλάδα. Εδώ και δέκα μέρες, κάθε συνομιλία τους οδηγούσε σε μάχη. Και οι μάχες μαζί της δεν ήταν ποτέ εύκολες. Με ένα «Κάνε ότι θες» του έκλεινε τη συζήτηση και βυθιζόταν στις σκέψεις της και στη σιωπή. Εκείνος αναποφάσιστος κι εκείνη αγανακτισμένη. Εκείνη αποφάσισε να το τελειώσουν εδώ, όταν ήρθε η πρόταση για την Ελβετία. Ακόμα και τώρα που είχε φέρει τα πράγματα σε λογαριασμό και ήθελε να της τα πει, πάλι αναποφάσιστος ήταν. Από αύριο σε αύριο μέχρι που έμαθε από τον διευθύνοντα σύμβουλο ποιοι θα έφευγαν για Ελβετία. «Χαζή ήταν; Σιγά μη τον περίμενε…» σκέφτηκε και μια αίσθηση πικρή ανέβηκε στο λαιμό του. Την ώρα που ετοιμαζόταν να αναζητήσει ταξί, άκουσε ένα ζευγάρι να μιλάει μεγαλόφωνα:

– Γαμώ την γκαντεμιά μας! Πάει η Ελβετία! Και στο είπα να φύγουμε δυο μέρες νωρίτερα. Επέμενες να φύγουμε την τελευταία στιγμή.
– Εντάξει, δίκιο έχεις! Τώρα τι να κάνω; Ζήτησα συγγνώμη…

Ο Πάνος ένιωσε σαν να έφαγε χαστούκι.
– Με συγχωρείτε. Ακυρώθηκε κάποια πτήση για Ελβετία;
– Ναι, των εννέα για Ζυρίχη.

Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν δέκα και τέταρτο. Δύο πράγματα μπορεί να συνέβαιναν, ή η εταιρεία θα τους κάλυπτε διαμονή και θα άλλαζε τα εισιτήρια για αύριο ή θα ακυρωνόταν το ταξίδι εντελώς. Σε κάθε περίπτωση ήξερε την Ελένη. Δεν θα έφευγε από το αεροδρόμιο χωρίς να πιει ένα ποτό χαζεύοντας τον αεροδιάδρομο. Απολάμβανε το θέαμα ίσως περισσότερο κι από τα ίδια τα ταξίδια. Άλλοι πηγαίνουν στη θάλασσα για να αποφορτιστούν, εκείνη στο αεροδρόμιο. Πήρε τη βαλίτσα του και ξαναμπήκε στο αεροδρόμιο σχεδόν τρέχοντας. Ανέβηκε στον επάνω όροφο και κατευθύνθηκε προς το μπαρ που συνήθιζε να κάθεται η Ελένη. Κοίταξε γύρω του και την είδε να στέκεται όρθια έτοιμη να πληρώσει για να φύγει. Δεν πίστευε στην καλή του τύχη. Την πλησίασε αθόρυβα.

– Να βοηθήσω με τη βαλίτσα; της είπε.
Η Ελένη γύρισε απότομα και τον κοίταξε.
– Εσύ;
– Εγώ.
– Έφευγα.
– Εγώ μόλις ήρθα. Και σκοπεύω να μείνω.
– Αυτά τα έχουμε πει.
– Τίποτα δεν είπαμε. Ελένη, επιστρέφω μόνιμα στην Ελλάδα.
– Και οι Βρυξέλλες; Η δουλειά σου;

– Όλα εδώ.
– Κι εκείνη;
– Εκείνη με έστειλε. Μόλις της είπα για μας μου είπε να έρθω να σε βρω.
– Και πως με βρήκες εδώ;
– Σε ξέρω καλύτερα απ’ όσο νομίζεις. Προκάλεσα λίγο και την τύχη μου.
– Πάνο…
– Ναι, ξέρω, καρδιά μου. Αύριο φεύγουμε…

 

Despina Alice Paulson

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.