Έφυγες με τους αγγέλους, έτρεξες από πίσω τους. Ο Θεός αποφάσισε να χαράξεις μονοπάτι στην πόλη των αγγέλων. Ίσως τελικά σ΄ άφησε να ταξιδέψεις μαζί τους, γιατί σε θέλαν συντροφιά.

Μ’ άφησες… Ψιθύρισες μονάχα ένα “Εσύ είσαι δυνατή”, μου φίλησες το χέρι όπως έκανες όταν ήμασταν μαλωμένοι και έφυγες. Τα υπέροχα μάτια σου δεν με ξανακοίταξαν, δεν μου τραγούδησαν ύμνο έρωτα, δεν μου ψιθύρισαν το “σ΄ αγαπώ” που τόσο λαχταρούσα ν΄ ακούσω για αντίο. Κοίταξες απλώς την άκρη του ουρανού, απέφυγες το βλέμμα μου σα να μην ήθελες να πάρεις τη μορφή μου μαζί σου και έφυγες. Απόμεινα μονάχη σ΄ ένα μουντό δωμάτιο νοσοκομείου, μαζί με μια παγωμένη άγνωστη ματιά, που δεν είχε ίχνος αγάπης για μένα…

Επέστρεψα στο σπίτι, για ν΄ ανακαλύψω πως έμεινα ολομόναχη. Μοναδική μου συντροφιά ένα άδειο μελανοδοχείο και λίγες φθαρμένες κόλλες χαρτί. Θυμάσαι ψυχή μου; Τις είχαμε αγοράσει μαζί από ένα γραφικό παλαιοβιβλιοπωλείο. Σου θύμισαν την νεανική αλληλογραφία των γονιών σου και ψιθύρισες συγκινημένος πως αν ποτέ μου έγραφες ένα γράμμα, θα χρησιμοποιούσες μονάχα αυτές τις παλιές, κιτρινισμένες κόλλες αλληλογραφίας. Τις βρήκα κάτω από το μαξιλάρι σου και άρχισα να τις ραντίζω με δάκρυα και μύρο, μέχρι που αποφάσισα να τις κρύψω βαθιά, πολύ βαθιά μέσα στο κορμί μου.

Οι μέρες της βροχής πέρασαν, οι μέρες της σιωπής ακόμη βαστούν, αποφασισμένες να με βασανίσουν κι άλλο. Άρχισα να φεύγω από το κελί της απομόνωσης, ντύνομαι βιαστικά με τ΄ άρωμά σου, φορώ ακόμη και τις γαλότσες, τις κάλτσες της καρδιάς σου και βγαίνω να ταΐσω το μονοπάτι των αναμνήσεών μας. Όσα βήματα όμως και αν του χαρίσω, ξέρω καλά πως ποτέ δεν θα σε φτάσω…

Οι μήνες περνούν και εγώ απλώς συνεχίζω να βολταρίζω στο σοκάκι της θύμησης ανήσυχη. Μια τρελή ιδέα έχει καρφωθεί στο μυαλό και δεν μπορώ να ξεφύγω από τα δεσμά της, θέλω να σου στείλω ένα γράμμα, ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα και δεν ξέρω πώς… Απελπισμένη μοιρολογάω πάνω στις άδειες σελίδες, μια ψευδαίσθηση μ΄ έχει τρελάνει, νομίζω πως τα δάκρυα τελικά με λυπήθηκαν και άρχισαν να ζωγραφίζουν στη γωνιά της κάθε σελίδας τις λύπες και τις χαρές που χορέψαμε αγκαλιά, τα φιλιά που δώσαμε και ταξίδεψαν μακριά με τα πουλιά της ηδονής, τα χάδια που χορτάσανε τα κορμιά και γεμίσανε τις τρύπες από το σαράκι της ζωής. Έρχονται στιγμές που μένω έκπληκτη να κοιτάζω τις ζωγραφιές που μου χαρίζουν αυτές οι άδειες σελίδες αλληλογραφίας, είναι σα να μου τις στέλνεις εσύ με κάποιον τρόπο για να με παρηγορήσεις, να μαλακώσεις τον πόνο που με ξενυχτά. Δεν σου κρύβω πως κάποιες φορές τα καταφέρνεις, αποκοιμιέμαι με τις φιγούρες μας αγκαλιά…

Τώρα πια ξέρω πως μόνο τα όνειρα μου θα σ΄ έχουν αγκαλιά. Χθες είδα το μονοπάτι που με περιμένει να το διαβώ, δεν θέλει καν συνοδοιπόρο, απλώς περιμένει να κάνω το πρώτο βήμα, ξέρει πως μετά θ΄ ακολουθήσει και το δεύτερο… και το επόμενο… Φοράω ζακέτα που μου έπλεξαν οι μοίρες, φυλάω μια τόση δα ελπίδα στην καρδιά και ξεκινάω για ταξίδι άγνωστο. Από πίσω μου πάντα η μοναξιά, παραδίπλα μου η σιωπή και βαθιά μέσα μου οι σελίδες της ζωής μας. Δεν σταματάω πουθενά. Τώρα πια ξέρω… είμαι δυνατή…

 

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.