Saturday Night Stories – Μαρίζα

Advertisements

Μαρίζα, η μελαχρινή αιτία του σκανδάλου, με τις ατίθασες μπούκλες και το ανάλαφρο, ουράνιο βάδισμα, που όριζε την παρουσία της στο χώρο αθόρυβα και επιβλητικά από όπου περνούσε. Όλη η γειτονιά την είχε στην μπούκα, πιθανότατα και τα γύρω περίχωρα. Αν μπορούσαν να την κάψουν στη πυρά, θα το είχαν κάνει προ πολλού. Τόσο ήταν το μένος τους προς το πρόσωπο της.

Κυριαρχούσε στα θέματα συζήτησης καιρό τώρα. Να ήταν άλλη, θα είχε μπει στα ρεκόρ Γκίνες με τον τόσο χρόνο παραμονής της στην πρώτη θέση των προτιμήσεων του κοινού. Χιλιάδες τρόπαια και μετάλλια θα κοσμούσαν τους τοίχους του σπιτιού της. Άλλοι θα έλεγαν “άδικη ζωή”, όχι όμως και η Μαρίζα.

Γλυκύτατη, με καθάριο βλέμμα, αγνή και ατόφια παιδική ψυχή, μια ανέμελη αθωότητα και μια ρομαντική αναγεννησιακή ομορφιά, που θα ζήλευαν πολλοί. Ίσως είχε γνώση των προτερημάτων της, ίσως και πάλι όχι, κανείς δεν ξέρει με σιγουριά. Την διέκρινε πάντα μια σεμνότητα και μια ταπεινότητα, όσο και αν ήταν κόντρα ρόλος με το ποιόν της στην αγορά.

Θυμόταν πάντα τα λόγια των γονιών της, να της λένε ότι καμία δουλειά δεν είναι ντροπή. Ντροπή είναι το ψέμα, η εκμετάλλευση, η κακία, η διμουριά, όχι όμως η δουλειά. Αυτό την δασκάλευαν και αυτό έπραξε μετά τον άξαφνο θάνατο τους στην πυρκαγιά που ξέσπασε στο εργοστάσιο υποδημάτων που δούλευαν. Όχι ακριβώς όπως θα περίμεναν οι γονείς της, αλλά τι να κάνεις, έτσι τα φέρνει βόλτα η ζωή…

Απροσδόκητος, τραγικός θάνατος από ένα γκαζάκι που εξερράγη από το πουθενά. Μνήμες, μυρωδιές και εικόνες στη θέα των απανθρακωμένων πτωμάτων για την αναγκαστική ταυτοποίηση, την συνόδευαν πάντα και παντού. Μικρό κορίτσι δεκαοκτώ ετών, με έναν δύσβατο δρόμο να ανοίγεται απρόσμενα εμπρός της.

Μετά τις απαραίτητες νομικές ενέργειες, η θεία της, η αδερφή του πατέρα της την πήρε σπίτι να της χαρίσει μια ήρεμη υποτίθεται ζωή. Πού να φανταζόταν η άμοιρη, ότι με τα αγχολυτικά που έπινε και επέτρεπε στον εαυτό της λίγη ηρεμία και ύπνο τα βράδια, ο “πολυαγαπημένος” αντρούλης της, πλησίαζε την Μαρίζα, ασελγούσε πάνω στο κορμί της και της χάριζε τον χειρότερο εφιάλτη της!

Μπουμπούκι μπήκε στο σπίτι τους, μαραμένο λουλούδι το έσκασε μια νύχτα με φεγγάρι. Πίστευε στην μοίρα και στην τύχη και ακολούθησε την λάμψη. Γρήγορα έμαθε ότι το υπερβολικό φως αγκαλιάζει το σκοτάδι να μην το δεις…

Περιπλανώμενη για μέρες στους δρόμους και στα σοκάκια της μεγαλούπολης, κάποια στιγμή κατέρρευσε. Ξύπνησε στο σπίτι μιας καλής κυριούλας των βορείων προαστίων, που την μάζεψε από τον δρόμο, την πήρε σπίτι της, την περιέλθαψε, την φρόντισε και της πρόσφερε ότι αρμόζει σε μια δεσποινίδα σε αυτήν την ηλικία. Η Μαρίζα ήταν τόσο ευγνώμων για την καλή της τύχη, που συμφώνησε αμέσως να μείνει μαζί μ’ αυτόν τον “άγγελο” που την έσωσε.

Ένα δευτερόλεπτο αρκεί για να αλλάξει όλη σου η ζωή, ένα δευτερόλεπτο αρκεί για να πέσουν οι μάσκες και να φανεί το αληθινό πρόσωπο που κυριαρχεί.

Το ροζ κοριτσίστικο δωμάτιό της, μετατράπηκε σε βωμό κολασμένων αντρών, που της έδιναν ακατάπαυστα το νέκταρ τους, χρυσώνοντας την οικοδέσποινα με κάθε λογής καλούδια για το καλύτερο λουλούδι του μπαξέ της. Οι ελπίδες και τα όνειρά της, ματωμένο βουλοκέρι μετά από κάθε συνουσία. Πέρασε χρόνια σε αυτό το χρυσό κλουβί, με τους κίονες και τους πολυελαίους. Κάποια στιγμή με την βοήθεια ενός πελάτη, το έσκασε.

Ο αέρας της ελευθερίας… Μετά από ξενώνες, δουλειές του ποδαριού και αναζήτηση, άνοιξε την δική της επιχείρηση, το μοναδικό που ήξερε άλλωστε να κάνει καλά! Τίποτα δεν πρόδιδε το ύφος της επιχείρησης εξωτερικά, ένα απλό κλασσικό σπίτι με τον κήπο του, με όλων των ειδών τα λουλούδια και τα χρώματα. Με ροζ πινελιές στο εσωτερικό του, για να της θυμίζει την όχι χαμένη αγνότητα και την παιδικότητά της, μιας και δεν ήθελε να απαγκιστρωθεί. Οι συχνές διελεύσεις την πρόδωσαν. Γρήγορα η γειτονιά έμαθε, μαζί και οι ανταγωνιστές που δεν μπορούσαν να αποδεχθούν την πτώση του τζίρου τους από εκείνο το σεμνό, ταπεινό πλασματάκι. Δεν μπορούσαν να αναλογιστούν με την τόση ντροπαλότητα που την διακατείχε, πώς θα μπορούσε να προσφέρει στους πελάτες τα γούστα τους, μια και το target group σε αυτές τις περιπτώσεις, έχει τολμηρές, και πρόστυχες ορέξεις.

Μετά από χρόνια διαμάχης, οι δυο δεσπόζοντες οίκοι ανοχής της εποχής, είχαν ενώσει τις δυνάμεις τους, με κοινό σκοπό να μάθουν ποιο ήταν το μυστικό της επιτυχίας της. Κίνησαν λυτούς και δεμένους, έως και μυστικό πελάτη έστειλαν για να ανακαλύψουν τι πραγματικά συνέβαινε. Δεν μπορούσαν να αποδεχτούν αυτά που άκουσαν! Η ηθική είχε γίνει πια ανήθικη, στις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων. Η σαρκική επαφή υπήρχε παντού, σε κάθε σοκάκι, σε κάθε γωνία, σε κάθε σπίτι. Το γυμνό καταλάμβανε το “είναι” τους και η ψυχική επαφή παρέμενε φειδωλά κενή, ουρλιάζοντας για σημασία, ασφάλεια και αποδοχή.

Κρυφό σχολειό είχε καταντήσει η αναζήτηση της ειλικρίνειας, των ονείρων και η διατήρηση της ψυχής. Πόσο σημαντικό να βρεις έναν άνθρωπο να τον κοιτάξεις στα μάτια, χωρίς να χρειαστεί να πεις πολλά και να μπορέσεις να επικοινωνήσεις μαζί του! Δεν ζητούν πολλά, μια θαλπωρή, μια αγκαλιά και εκείνη τη ζεστασιά στο βλέμμα που επιβεβαιώνει ότι είναι εκεί…

Το καλωσόρισμα στον οίκο περιλάμβανε την μεθυστική μυρωδιά των φρεσκοκομμένων λουλουδιών, μαζί με τις χαλαρωτικές νότες να ακούγονται στο βάθος, προσφέροντας ένα καταφύγιο γαλήνης και ζεστασιάς. Το απεριτίφ απαραίτητο πάντα στον προθάλαμο, για να χαλαρώσει και να εξομαλύνει τους τυχόν φόβους και ενοχές. Πιο εύκολα ξεγυμνώνεις το κορμί παρά την ψυχή. Έπειτα η Μαρίζα έβγαινε να τους υποδεχτεί με εκείνο το ροζ νυχτικό με τη δαντέλα στο στήθος, σεμνό, λιτό και σαγηνευτικό, τόσο όσο επέτρεπε να διεγείρει τη φαντασία και τις αισθήσεις. Τους καλωσόριζε πάντα με ένα μεστό και γλυκό λόγο, χωρίς πολύχρωμες φαμφάρες και κορδέλες, λίγες λέξεις να ζεστάνουν την καρδιά. Με το θελκτικό της βλέμμα, τους τραβούσε μαγνητισμένους στα ενδότερα.

Μια ζεστή φωλίτσα, η φλόγα να τρεμοπαίζει στο τζάκι, μια πιατέλα τυριών και αλλαντικών πάνω στο φιστικί παλαιωμένο τραπεζάκι, καθώς και τον απαραίτητο οίνο που ευφραίνει τη καρδία. Ο φωτισμός λιγοστός, τόσο όσο να νιώθεις άνετα και να έσω έτοιμος να αφεθείς. Έπειτα τους έπαιρνε από το χέρι και καθόντουσαν πάνω στην άσπρη φλοκάτη δίπλα στο τζάκι, ταξίδευαν για λίγο στη θάλασσα των ματιών και αγκυροβολούσαν μέσα στην αγκαλιά. Τη στιγμή εκείνη που ξεχύνονται όλα τα συναισθήματα και γυμνοί πια από μάσκες και περιβλήματα αφήνονταν ολοκληρωτικά στη γοητεία της στιγμής.

Σημαδεμένοι βαθιά από την αδιαφορία, δεν έψαχναν το θησαυρό της σάρκας πια, αναζητούσαν λιμάνι να προσαράξουν να πάρουν δυνάμεις, να ανεφοδιαστούν για να μπορέσουν να σαλπάρουν με γεμάτα τα αμπάρια της ψυχής τους. Η παρουσία της γέμιζε τη καρδιά τους, χαϊδεύοντάς τους μονάχα με αγάπη. Η ομορφιά της ήταν όλο της το “είναι”, τα λόγια της, η συμπεριφορά της, η παρουσία της, το πόσο αφοπλιστικά αληθινή ήταν. Τα υπέρτατα αγαθά που τους προσέφερε, ο χρόνος της μαζί τους αποκλειστικά χωρίς αντιπερισπασμούς και παρεμβολές, αφοσιωμένη ολοκληρωτικά πάνω τους, με πραγματικό, ειλικρινές ενδιαφέρον και ατόφιο νοιάξιμο για τον βαθιά θαμμένο χρυσό που έκρυβε ο καθένας εντός του.

Δεν χρειαζόταν να εντυπωσιάσει κανέναν, ήταν ελεύθερη να είναι απλά ο εαυτός της. Μια αέρινη, ρομαντική, αγνή ιέρεια της ελπίδας και των ονείρων…

Stella

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.