Saturday Night Stories – Η Πόλη της, κάτω απ’ τα άστρα του

Advertisements

“Τι να την κάνεις τη σκιά; Το φως αξίζει να μοιράζεσαι…”

Ήταν μεσημέρι όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Κεμάλ Ατατούρκ στην Κωνσταντινούπολη. Η Νέλλη καθόταν στο παράθυρο και κοιτούσε απ’ έξω την Πόλη των Πόλεων να παίζει κρυφτό κάτω από τα μαύρα σύννεφα. “Ωραίος καιρός! Άνοιξη στην Πόλη, ποιος έχασε την τύχη να τη βρω εγώ!” ειρωνεύτηκε τον εαυτό της.

Μόλις πήρε τις αποσκευές της και βγήκε από την είσοδο του αεροδρομίου άνοιξαν οι ουρανοί και όχι, δεν σκέφτηκε να πάρει μαζί της ομπρέλα. Αναθεμάτισε την τύχη της και κατευθύνθηκε προς τα συγκεντρωμένα ταξί. Μπήκε στο πρώτο που βρήκε μπροστά της και έδωσε το όνομα του ξενοδοχείου στον οδηγό.

Παρόλο που είχε πολλά χρόνια να έρθει, όλα της φαίνονταν ίδια. Άνοιξε το κινητό της και κοίταξε τις συνομιλίες «Εσύ θα με πας στην Πόλη κι εγώ θα σε πάω στα άστρα!» της είχε γράψει. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της. “Ναι, μικρή ηλίθια κι αν κάποιος άγνωστος σου προσφέρει ξαφνικά λουλούδια, είναι γιατί τον άγγιξε το impulse!” την ειρωνεύτηκε μια φωνή μέσα στο μυαλό της.

Δύο άγνωστοι που συναντήθηκαν τυχαία σε μια εφαρμογή. Δύο τυχαίοι άνθρωποι που κανένας δεν γνώριζε τίποτα για τον άλλο. Δυο φωτογραφίες που συνομιλούσαν, κατά πάσα πιθανότητα τραβηγμένες στην αρχή της αιωνιότητας. Παλιές ή πρόσφατες δεν φάνηκε να έχει σημασία. Για τρεις μέρες τίποτα δεν είχe σημασία, παρά μόνο μια αστειευόμενη αγωνία και ατέρμονες συζητήσεις. Την Πόλη, την πόλη της, δεν θα τη μοιραζόταν με κανέναν. Πόσο μάλλον με έναν άγνωστο…

Είπαν πολλά, μη διαχειρίσιμα πολλά… Είπαν για την Πόλη, είπαν για τη σύνοδο των πλανητών… Η λογική τους, η λογική της έπρεπε να πρυτανεύσει. Όλο αυτό ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό. Δεν χρειάστηκε παρά μόνο η αποκάλυψη της πραγματικότητας για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Στο τέλος τους.

Είχαν περάσει δύο μήνες από τότε και πριν δύο μέρες ήρθε μια πρόσκληση για ένα συνέδριο στην Κωνσταντινούπολη. Τελευταία στιγμή έκλεισε την θέση της, το δωμάτιο στο ξενοδοχείο και τα αεροπορικά εισιτήρια.

Το ταξί έφτασε στο ξενοδοχείο, πλήρωσε τον ταξιτζή και προχώρησε προς τη ρεσεψιόν. Πήρε τα κλειδιά του δωματίου της μαζί με ένα φυλλάδιο με τις παροχές του ξενοδοχείου «Ναι ίσως μετά το συνέδριο, πριν φύγω, να προλάβω το χαμάμ. Ή μήπως σήμερα που δεν έχω κάτι να κάνω…». Επέστρεψε στη ρεσεψιόν και ρώτησε αν θα μπορούσε να κάνει χρήση του χαμάμ και ναι, η μικρή αυτή πολυτέλεια ήταν διαθέσιμη για κείνη όλο το εικοσιτετράωρο!

Ανέβηκε στο δωμάτιο, άλλαξε στα γρήγορα και κατέβηκε στο χώρο του χαμάμ. Είχε χαλαρώσει τόσο που δεν αντιλήφθηκε πότε μπήκε στον χώρο άλλος ένας ένοικος του ξενοδοχείου. Δεν έδωσε σημασία. Ήταν η μοναδική της ευκαιρία να χαλαρώσει πριν αρχίσει να τρέχει.


Μόλις είχε τελειώσει με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του και απολάμβανε τον καφέ του στον πεζόδρομο πάνω από τη Βασιλική Κινστέρνα. Κοίταξε το ρολόι του, δεν προλάβαινε να μπει στην υπόγεια δεξαμενή, άλλωστε δεν είχε μαζί του τη φωτογραφική του μηχανή και το κινητό του δεν θα του προσέφερε τις δυνατότητες που επιθυμούσε για τη φωτογράφηση αυτού το χώρου. Πλήρωσε τον καφέ, σηκώθηκε και ξεκίνησε να περπατάει για το ξενοδοχείο του.

Ένιωθε κουρασμένος και ο μουντός καιρός δεν βοηθούσε και πολύ τη διάθεσή του. Ανέβηκε στο δωμάτιό του και καθώς άφηνε το σακίδιό του πάνω στο γραφειάκι, είδε ένα διαφημιστικό με τις παροχές του ξενοδοχείου «Αχά! Χαμάμ! Γιατί όχι;» σκέφτηκε. Άλλαξε και κατέβηκε στην αίθουσα με τον πυκνό ατμό και τα ζεστά μάρμαρα. Κοίταξε γύρω του και με μια σχετική δυσαρέσκεια διαπίστωσε ότι δεν ήταν μόνος του. Είπε μέσα από τα δόντια του ένα «Ηello» και κατευθύνθηκε προς την κρήνη του τρεχούμενου νερού. «Hello» ακούστηκε μια απρόθυμη φωνή. Η Νέλλη δεν είχε καμία διάθεση να πιάσει συζήτηση με κανέναν και αυτός ο εισβολέας, πολύ φοβόταν ότι θα της χάλαγε την ηρεμία. Ετοιμάστηκε να σηκωθεί να φύγει όταν τον άκουσε να της μιλάει.

-Είστε ελληνίδα; Η προφορά σας…

-Ναι. Και τώρα με συγχωρείτε…

-Δεν χρειάζεται να φύγετε εξαιτίας μου. Δεν θα σας ενοχλήσω.

-Δεν φεύγω εξαιτίας σας. Πρέπει να φύγω. Είμαι ήδη αρκετή ώρα εδώ. Καλή ξεκούραση.

-Όπως νομίζετε. Καλή συνέχεια…

Η Νέλλη ανέβηκε στο δωμάτιό της, ντύθηκε και βγήκε έξω. Πήρε ένα ταξί για τον Πύργο του Γαλατά και ανέβηκε μέχρι επάνω στο εστιατόριο. Πεινούσε πολύ και ήξερε καλά πού θα έβρισκε καλό φαγητό και φανταστική θέα. Είχε όλη την Πόλη στα πόδια της. Η κατάφωτη Αγιά Σοφιά και το Μπλε Τζαμί έμοιαζαν να δίνουν μια αιώνια μάχη γοητείας με την επιβλητικότητα που τα διέκρινε. Από μακριά φαινόταν το Σουλτάναχμετ και ο Κεράτιος απλωνόταν μπροστά της με τις αντανακλάσεις από τα φώτα των σκαφών και των κτιρίων να παιχνιδίζουν στα σκοτεινιασμένα νερά του. Σήκωσε το βλέμμα της στον ουρανό, τα σύννεφα είχαν υποχωρήσει και το φεγγάρι με τα αστέρια φώτιζαν το μαύρο της νύχτας. Μία θλίψη άρχισε να την περιβάλλει, αλλά ευτυχώς τις σκέψεις της διέκοψε ο σερβιτόρος που της έφερε το πιάτο της.

Μετά το φαγητό έφυγε με τα πόδια με κατεύθυνση προς την πλατεία Ταξίμ. Δεν είχε διάθεση να γυρίσει ακόμα στο ξενοδοχείο, αν και ήξερε πως δεν υπήρχαν και πολλά να δει εκείνη την ώρα. Ανηφόρισε την λεωφόρο Ιστικλάλ και χαζεύοντας τα φωτισμένα μαγαζιά έφτασε στην πλατεία. Πήρε ένα μπουκάλι νερό από ένα μαγαζάκι και κάθισε σε ένα παγκάκι απέναντι από το μνημείο. Κόσμος πηγαινοερχόταν ακόμα, παρά το περασμένο της ώρας. Έριξε μια ματιά στο ρολόι της και αποφάσισε να κάτσει έξω λίγο ακόμα παρόλο που είχε αρχίσει να βαριέται. «Καλησπέρα. Με θυμάστε; Το απόγευμα στο χαμάμ…» άκουσε μια φωνή δίπλα της. Γύρισε και κοίταξε τον άντρα που της μιλούσε χαμογελώντας πλατιά.

-Καλησπέρα. Ναι, σας θυμάμαι. Βγήκατε βόλτα κι εσείς στη νυχτερινή Πόλη;

-Ναι, είχα επαγγελματικές υποχρεώσεις εδώ από προχθές, αλλά κράτησα και δύο μέρες ακόμα για να την απολαύσω λιγάκι.

-Άρα, για εσάς τώρα αρχίζει το καλό ε; του απάντησε χαμογελώντας αμυδρά

-Πείτε το κι έτσι. Εσείς; Πώς και βρεθήκατε στην Πόλη των πόλεων;

-Για ένα συνέδριο Ανθρωπολογίας. Δεν συμβαίνουν συχνά και είναι άδικο να τα χάνει κανείς, ειδικά όταν γίνονται σε τέτοιες πόλεις.

-Ανθρωπολογίας είπατε; τη ρώτησε ξανά, αλλά δεν άκουσε την απάντηση.

Το μυαλό του άρχισε να στροφάρει με κατεύθυνση προς τα πίσω. “Δεν μπορεί!” σκέφτηκε. “Αποκλείεται!”. Δεν μπορεί να είναι αυτό που θυμήθηκε! Πριν δυο μήνες μια γυναίκα του μιλούσε για ένα συνέδριο που θα γινόταν στην Κωνσταντινούπολη. Γύρισε και την ξανακοίταξε. «Με συγχωρείτε. Αφαιρέθηκα. Και τι αγένεια! Δεν συστήθηκα. Κώστας…». Η Νέλλη άσπρισε. Ποια μοίρα της έπαιζε τέτοια παιχνίδια; Σιγά, δεν είναι και τόσο σπάνιο όνομα! Σύμπτωση! «Νέλλη…» του απάντησε κι ένιωσε τα μηνίγγια της να χτυπάνε.

Σηκώθηκε, έβαλε το σακίδιό της στην πλάτη της και κοιτώντας μακριά του είπε «Ώρα να φεύγω. Πρέπει να ξεκουραστώ και να μελετήσω λίγο για αύριο όσο αντέχω ακόμα. Καληνύχτα…» Την κοιτούσε να απομακρύνεται και σχεδόν χωρίς να το σκεφτεί της φώναξε «Εσύ θα με πας στην Πόλη κι εγώ θα σε πάω στα άστρα!». Η Νέλλη στάθηκε ακίνητη. Τον άκουσε να την πλησιάζει τρέχοντας. «Ώστε εσύ είσαι η Νέλλη!» την κοίταζε κατάματα με αγωνία και ένα αμήχανο χαμόγελο στα χείλη του «Δεν το πιστεύω αυτό!». Η Νέλλη πάγωσε. Όλα τα όχι και οι αναστολές και οι περιορισμοί της έπεσαν σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. «Κι εσύ είσαι ο Κώστας. Και πάλι καληνύχτα…» πέρασε από δίπλα του και έφυγε με γοργό βήμα.

Μόλις έφτασε στο ξενοδοχείο, ρώτησε στη ρεσεψιόν αν μπορούσε να πιει αλκοόλ στο μπαρ και μόλις της είπαν ναι, κατευθύνθηκε προς τα εκεί. «Μία βότκα σκέτη…» είπε στον μπάρμαν. Πήρε το ποτήρι της και βγήκε στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Βρήκε ένα τραπεζάκι σε μια σκοτεινή γωνία και κάθισε σχεδόν διαλυμένη. Τι θα έκανε; Πριν δυο μήνες όλα τελείωσαν. Ξεκαθάρισαν ότι δεν θα μπορούσαν να είναι μαζί. Η ηθική της, οι φόβοι της, οι περιορισμοί του, δεν επέτρεπαν να πάνε παρακάτω. Και τώρα είναι εδώ. Κάτω από τον έναστρο ουρανό της Πόλης. Τι παιχνίδι είναι αυτό;

Μετά από λίγο τον είδε να βγαίνει στο μπαλκόνι και να στέκεται κοντά στα κάγκελα με πλάτη προς εκείνη. Δεν την είχε δει. Έμεινε ακίνητη και τον παρατηρούσε. Η φωτογραφία ήταν αρκετά παλαιότερη και τον αδικούσε αρκετά. Στεκόταν αμίλητη για να μην την καταλάβει. Χίλια δυο έρχονταν στο μυαλό της. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Προσπάθησε να σηκωθεί χωρίς να κάνει θόρυβο, αλλά η καρέκλα της την πρόδωσε. Μάζεψε γρήγορα τα πράγματά της και κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα, όμως ένα χέρι την έπιασε από το μπράτσο και τη σταμάτησε.

-Μη φεύγεις. Πρέπει να μιλήσουμε!

-Δεν έχουμε να πούμε τίποτα. Μια χαζομάρα ήταν όλο αυτό.

Την γύρισε προς το μέρος του ώστε να μπορεί να την κοιτάξει.

-Α, ναι; Και γιατί κλαις;

-Δεν κλαίω! Ένα σκουπιδάκι…

-Ναι, ξέρω! Δεν λες καλά ψέματα!

Την τράβηξε πάνω του και τη φίλησε στο στόμα. Κι εκείνη ανταποκρίθηκε. Άφησε το σακίδιο να πέσει στις πλάκες και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Κορίτσι μου…» της είπε χαμογελώντας. «Κωστή…» του απάντησε κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Την άλλη μέρα το πρωί η Νέλλη έφυγε από το ξενοδοχείο για το συνέδριο, αλλά το μυαλό της ήταν στο κινητό της. Το άνοιγε και το έκλεινε συνέχεια. Κάποια στιγμή ήρθε ένα μήνυμα «Τι ώρα τελειώνεις;» – «Στις πέντε έλα στην Κινστέρνα. Θα σου δείξω την Πόλη μου!».

Μπήκαν στην Κινστέρνα πιασμένοι χέρι- χέρι. Οι φωτογραφικές μηχανές τους πήραν φωτιά, όπως και τα χαμόγελά τους. «Τι ώρα έχεις αύριο συνέδριο;» τη ρώτησε. «Αύριο περίπου στις έντεκα νομίζω.». «Ωραία. Πάμε να ξεκουραστούμε και το βράδυ θα σε πάω στα άστρα μου…» της είπε χαμογελώντας.

Οι τρεις μέρες πέρασαν σαν νερό, το ίδιο και οι νύχτες… Και οι δύο είχαν κρατήσει την υπόσχεσή τους. Εκείνη του έδειξε την Πόλη της, από τον Γαλατά μέχρι τη Μονή της Χώρας και το Φανάρι και το Πέραν κι εκείνος της έδειξε τα άστρα! Κάθε μέρα και κάθε νύχτα…

Το τελευταίο βράδυ την περίμενε στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου για να πάνε για φαγητό. Την είδε να τον πλησιάζει, αλλά το χαμόγελο δεν υπήρχε πια στα χείλη της. Ήξερε τι την βασάνιζε. Πήγαν σε ένα ταβερνάκι στον Κεράτιο και κάθισαν να φάνε. Μια παρέα αμανετζήδες έσπαγαν την ησυχία της νύχτας με τους αμανέδες τους. Η Νέλλη κοιτούσε τη θάλασσα χωρίς να μιλάει κι εκείνος την παρατηρούσε προσπαθώντας να καταλάβει τι σκεφτόταν το ακούραστο μυαλό της. Κάποια στιγμή σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε χαμογελώντας του αχνά.

-Κωστή… Τι θα κάνουμε; Αύριο επιστρέφουμε στην Αθήνα.

-Παραμένεις στη θέση σου ότι δεν μπορούμε να είμαστε μαζί;

-Αν οι συνθήκες δεν άλλαξαν, ναι…

-Τουλάχιστον κρατήσαμε την υπόσχεσή μας, ε;

-Ναι… και ήταν το πιο υπέροχο τριήμερο της ζωής μου…

Χαμήλωσε το βλέμμα της για να μην τον κοιτάζει. Δεν άντεχε να τον βλέπει. Έδινε μάχη μέσα της για να μην βάλει τα κλάματα μπροστά του. Δεν ήθελε να ζει με δανεικά. Αν ήταν αλλιώς… Μακάρι να ήταν αλλιώς…

Την ώρα που έτρωγαν χτύπησε το τηλέφωνό του. Το κοίταξε με έκπληξη και απάντησε. «Έλα Γιώργο. Τι έγινε τέτοια ώρα; Τι; Ήρθε; Υπέγραψε; Ωραία! Αύριο θα τα πούμε από κοντά. Επιστρέφω. Καλό βράδυ!». Η Νέλλη δεν έδωσε σημασία στο τηλεφώνημα. Το μυαλό της κόντευε να εκραγεί και το στομάχι της πονούσε σαν να επρόκειτο να σπάσει. «Μπορούμε να φύγουμε; Δεν έχω ετοιμάσει τα πράγματά μου και πετάω το πρωί…» του είπε χωρίς να τον κοιτάζει.

Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της χωρίς να της επιτρέπει να το τραβήξει «Κορίτσι μου, κοίταξέ με σε παρακαλώ. Στο τηλέφωνο ήταν ο δικηγόρος μου. Τέλειωσε…». Η Νέλλη σήκωσε απότομα το βλέμμα της «Τι εννοείς; Τι τέλειωσε;». «Υπέγραψε. Σε δεκαπέντε ημέρες δεν θα υπάρχει κανένας περιορισμός…». Η Νέλλη τον κοίταξε και τα μάτια της έτρεχαν σαν να άνοιξαν κάνουλες.

-Πρέπει να επιστρέψεις αύριο; τον ρώτησε χαμογελώντας του

-Μου είχες πει ότι η Πόλη θέλει μια βδομάδα για να τη δεις… Εσύ;

-Έχω να μάθω πολλά ακόμα για τα άστρα σου…

 

Despina Alice Paulson

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.