Saturday Night Stories – Αν είχα φύγει πιο νωρίς…

Advertisements

Τα πόδια της έτρεμαν, ανέβηκε όμως στη σκηνή. Έπρεπε να φέρει εις πέρας και αυτήν την παράσταση όπως κάθε βράδυ τα τελευταία χρόνια για ακόμα μια φορά. Δεν έπρεπε κανείς να καταλάβει τίποτα. Έπλυνε τα πιάτα, ετοίμασε το κολατσιό, φύλαξε τα ρούχα, έσβησε τα φώτα και έγειρε στη άκρη στη γωνίτσα στο κρεβάτι της, στο ίδιο βαθούλωμα των τελευταίων δέκα χρόνων. Ακίνητη, κουκουλωμένη, έμεινε εκεί παρέα με τις σκέψεις της ακούγοντας τη σιωπή από τις γρύλλιες της ψυχής της. Ούτε στον ύπνο της δεν ήθελε να ενοχλεί…

Άλλες εποχές τότε! Τα συνοικέσια έδιναν και έπαιρναν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το απαραίτητο αξεσουάρ της εποχής. Όσο και να αντιστεκόταν στους εκάστοτε υποψήφιους γαμπρούς, τα χρόνια περνούσαν και η αγωνία για την τύχη της είχε μαραζώσει τους γονείς της. Μελαχρινή, ξερακιανή, ευγενική, με μαλαματένια καρδιά, να προσφέρει ότι μπορούσε σε όποιον είχε ανάγκη. Μια που λάτρευε τους γονείς της και δεν ήθελε να τους στεναχωρήσει, μια που ήθελε να κάνει οικογένεια για να φροντίζει τα παιδάκια της αργότερα και να τους αφιερώσει όση αγάπη και καλοσύνη διέθετε εντός της, μιας και ήταν αυτό που επιθυμούσε… με τα πολλά δέχτηκε.

Εκείνος κοκκινοτρίχης, άσπρο δέρμα, σοβαρός, λίγο μαλακής υπόστασης δημόσιος υπάλληλος. Δεν ήταν από εκείνους που τους έβλεπες και θα βεβαίωνες ότι θα στύψουν την πέτρα στο διάβα τους. Σίγουρα όμως ο σταθερός μισθός και οι συστάσεις από την υπηρεσία, επιβεβαίωσαν με τη βούλα την ένωση αυτή ενώπιων Θεού και ανθρώπων.

Η Μαγδαληνή με τον αδαμάντινο χαρακτήρα, περιποιόταν τον Στάθη σαν βασιλιά. Του τα πρόσφερε όλα πριν καν της ζητηθούν, ήθελε να τον ικανοποιεί με κάθε ευκαιρία γιατί τον αγάπησε και ήθελε να τον βλέπει χαρούμενο και ευτυχισμένο. Το ζεστό του φαγάκι, τα χρυσοπλεγμένα λόγια της, οι καλοσυνάτες πράξεις της, η αμέριστη καλοσύνη της και ο αστείρευτος σεβασμός και εκτίμηση για όσα της πρόσφερε. Αγάς ο Στάθης, έλαμπε για την σωστή του απόφαση αυτή, φούσκωνε με καμάρι σε οποιαδήποτε περίσταση για την επιλογή του. Ένιωθε αξία, δυνατός, ο άντρας του σπιτιού με όλες τις ανέσεις.

Πολύ γρήγορα ήρθαν στη ζωή και τα παιδάκια τους. Εκεί κάπου οι ισορροπίες κλονίστηκαν. Ο χρόνος που αφιέρωνε στο Στάθη άρχισε να μειώνεται χωρίς να το επιδιώκει, οι ανάγκες ήταν πολλές και έπρεπε να προλάβει. Το σπίτι, τα παιδιά, το φαγητό, οι κοινωνικές υποχρεώσεις και τα συζυγικά καθήκοντα. Πάλευε μέσα της για το ρόλο που θα υπερτερούσε, δεν ήξερε ποιος να προηγηθεί και ποιος να μείνει ξωπίσω. Ο ρόλος της μάνας, της συζύγου, της νύφης, της ερωμένης… Εννοείται ρόλοι όπως “η φίλη”, “η κόρη”, “η ξαδέρφη”... δεν είχαν θέση στη ζωή της πια. Πάλευε να τους βρει μια σπιθαμή να κουρνιάσουν λίγο μέσα της όπως παλιά, αλλά μάταιος κόπος.

Ο Στάθης έχοντας λάβει υπηρεσίες λουξ, σπα, πέντε αστέρων, δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι θα πέσει κατηγορία πιο χαμηλά. Διεκδικούσε με σθένος τη θέση που του αναλογούσε, αρχικά με όμορφο τρόπο, αργότερα με πιο απότομο και διεκδικητικό τρόπο, μερικές φορές ίσως και άγαρμπο. Αργά ή γρήγορα μην έχοντας τις ανέσεις που είχε συνηθίσει, άρχισε να ψάχνεται τριγύρω να επιβεβαιωθεί, να νιώσει πάλι εκείνα τα αρχοντικά συναισθήματα που τόσο του είχαν λείψει.

Τα σούσουρα για τις πομπές του, σύντομα έφτασαν στα αυτιά της, άλλωστε τα κακά μαντάτα ταξιδεύουν πολύ γρήγορα και συνήθως έρχονται τυχαία στο κατώφλι σου. Καταρρακώθηκε, στεναχωρήθηκε, μαράζωσε, δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι δεν μπορούσε να εκτιμήσει όλα αυτά που του πρόσφερε στην καθημερινότητα έως τώρα, δεν μπορούσε να κατανοήσει πως δεν έβλεπε την διαφορά των καταστάσεων με τις υποχρεώσεις και τις ανάγκες των παιδιών.

Θα ήθελε να τον δει να εκτιμάει, να την σεβαστεί, να την βοηθήσει, απλά να την ρωτήσει τι χρειάζεται και να τα βάλουν κάτω απλά και να δουν πώς μπορούν να βρουν μια λύση. Αντιθέτως οι φωνές, η επίκριση, η υποτίμηση και η αδιαφορία είχαν κατσικωθεί για τα καλά στο σπιτικό τους. Από το “κατά λάθος” βίαιο άγγιγμα στο μάγουλο, στη χειροδικία και στον αλύπητο εξευτελισμό της ψυχής και του σώματος. Συγχωρούσε, έβαζε τις σκέψεις κάτω από το χαλάκι, εθελοτυφλούσε, ήλπιζε ότι θα άλλαζε και ότι όλα θα έβρισκαν το δρόμο τους. Άδικος, χαμένος κόπος και χρόνος. Όταν δε, ζήτησε βοήθεια από τους γονείς της, ζύγισαν την κοινωνία υπέρ της και την άφησαν ολομόναχη στο βασανιστήριό της.

Από το βάθρο της άλλοτε γαλήνης, γκρεμοτσακίστηκε αλύπητα στον Άδη στης μοναξιάς. Ο χρόνος παραμονής στα τάρταρα κράτησε καιρό, πόνεσε, έκλαψε, λύγισε. Συνειδητοποίησε ότι είχε προσπαθήσει να κάνει τα πάντα για να σώσει το γάμο της και αφού κανείς δεν θα ερχόταν να τη σώσει, έτσι απλά αποφάσισε με ότι σθένος της είχε απομείνει, να το κάνει η ίδια για τον εαυτό της. Οι εποχές πια είχαν αλλάξει και σίγουρα το μέγιστο ρόλο τον κατείχε η θεία από την πόλη, που έτυχε να μιλήσουν σε μια δύσκολη στιγμή και αποδείχτηκε η σωσίβια λέμβος της. Δεν θα έδινε εξηγήσεις, είχε προσπαθήσει τα πάντα…

Μόλις το αεράκι της πόλης της χάιδεψε απαλά το πρόσωπο, αφέθηκε να νιώσει την ελευθερία να της κατακλύζει την καρδιά και την ψυχή! «Πρώτη μέρα χωρίς… χωρίς να είμαι η κυρία του κυρίου! Χωρίς να πρέπει να συμβιβάζομαι, χωρίς να προσποιούμαι και να δυσανασχετώ! Πρώτη μέρα επίσημα μόνη χωρίς όνειρα, χωρίς προσδοκίες από κάποιον άλλο, παρά μόνο για τα αγγελούδια μου και κατά συνέπεια από εμένα. Χρόνος μέχρι να μπουν όλα σε τάξη, ηρεμία μέχρι να βρεθεί ο ρυθμός. Κρίμα να μην το είχα κάνει πιο νωρίς! Πόσα σπασμένα όνειρα και συναισθήματα θα είχα περισώσει!»…

 

Από Stella

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.