-Despina Alice Paulson- SATURDAY NIGHT STORIES

Saturday Night Stories – Τα στιβάνια της Έλλης

Κάθε δεκαπέντε του Γενάρη η ίδια εικόνα στο καπηλειό του Σταύρου. Μια γυναίκα ψηλή, ξερακιανή, με μια μαύρη πλεξούδα ως την πλάτη και μάτια μαύρα σαν κάρβουνα, ντυμένη στα μαύρα με βράκα και πουκαμίσα και σαλβάρι κι ένα ζευγάρι καφετιά στιβάνια έμπαινε στο μαγαζί. Όλοι την γνώριζαν την Έλλη. Στο έμπα της χαμήλωναν τα κεφάλια οι θαμώνες του καπηλειού και σαν στεκόταν καταμεσής του μαγαζιού με ένα ποτήρι ρακή στο χέρι, όλοι έβρεχαν το πάτωμα ψιθυρίζοντας “Για τον Βαρδή…”. Και τότε αρχινούσαν να παίζουν λύρα οι Κρητικοί και ένα πεντοζάλη ασίγαστο ξεκινούσε και κρατούσε μέχρι τα μεσάνυχτα. Πέντε λεβέντες την συνόδευαν σαν να βαστούσαν την πλάτη της να μη λυγίσει, χορεύοντας ακριβώς πίσω της, την ίδια στιγμή που αυτή με βλέμμα αγέρωχο μα συνάμα και χαμένο στο άπειρο, χόρευε βήματα αντρικά βροντώντας τα στιβάνια στο πάτωμα. 

“Σαν να θέλει να ξυπνήσει τσ’ αποθαμένους…” λέγανε κάποιοι.

“Ξύπνα, ωρέ Βαρδή! Δεν την ακούς;” φωνάζανε κάποιοι άλλοι και χτύπαγαν ρυθμικά παλαμάκια. 

Τρία χρόνια πέρασαν από κείνο το βράδυ του Γενάρη. Τρία χρόνια που ο Βαρδής πέρασε στην αντίπερα όχθη… Χειμώνας καιρός και τα Λευκά Όρη δικαίωναν τ’ όνομά τους απ’ άκρη σ’ άκρη. Κάτασπρα, ντυμένα στο χιόνι έστεκαν αγέρωχα πάνω από το χωριό. Ήταν απόγευμα όταν η μικρή αδερφή του Βαρδή μήνυσε στην Έλλη “Θα σε περιμένει ξημερώματα, μόλις λαλήσει ο πετεινός στα χαλάσματα. Καλή τύχη!”. 

Δυο χρόνια την περίμεναν αυτή τη μέρα. Δυο χρόνια τον καρτερούσε να την βγάλει από το μαρτύριο που ζούσε μέσα στο πατρικό της. Ο Βαρδής ήταν αυτός που την έσωσε από τα χέρια του ίδιου της του αδερφού, σαν πάλευε να του ξεφύγει μέσα στα χωράφια. Ο Μανώλης μεθυσμένος καθώς ήταν προσπαθούσε να την βάλει κάτω, μα εκείνη του κατάφερε μια με μια πέτρα και τον καθυστέρησε. Έβγαλε τότε το μαχαίρι από το θηκάρι του και ουρλιάζοντας “Θα σε σφάξω, σκύλα!” συνέχισε να την κυνηγάει. Σαν έφτασε σε έναν μαντρότοιχο από ξερολιθιές εγκλωβίστηκε κι άρχισε να φωνάζει για βοήθεια κρατώντας ακόμα την πέτρα στο χέρι της. Πήγε να τον ξαναχτυπήσει, μα δεν πρόλαβε. Σήκωσε το μαχαίρι του ο Μανώλης και της χαράκωσε τον καρπό, αναγκάζοντάς την να ρίξει την πέτρα την ώρα που λιποθυμούσε μπροστά του. Δεν κατάλαβε τι έγινε, μέχρι την ώρα που ξύπνησε στο κονάκι ενός βοσκού. 

“Πού είμαι; Τί είναι εδώ; Ποιος είσαι συ;” άρχισε να ρωτάει με αγωνία.

“Ησύχασε κοπελιά! Εδώ είναι το κονάκι μου. Είμαι ο Βαρδής, γιος του τσέλιγκα του Στρατάκη. Δεν θυμάσαι τίποτα;”

“Πού είναι ο αδερφός μου ο Μανώλης; Τί έγινε; Το χέρι μου είναι δεμένο! Τί μου έκανες;”

“Εγώ δεν σου έκανα τίποτα! Αυτός ο Μανώλης σου έκοψε το χέρι και μετά λιποθύμησες.”

“Και πού είναι τώρα; Πρέπει να φύγω. Αν το μάθει ο πατέρας μου χάθηκα!”

“Στη χωροφυλακή είναι. Εγώ τον έπιασα και τον πήγα. Τον πυροβόλησα ξώφαλτσα στον ώμο για να σ’ αφήσει. Το κόψιμο στο χέρι σου θα ήταν γρατζουνιά μπροστά σ’ αυτό που πήγαινε να κάνει… ευτυχώς τον πρόλαβα.”

“Πρέπει να φύγω. Δεν ξέρεις πού έχεις μπλέξει…”

“Ξέρω! Όπως ξέρει κι όλο το χωριό. Το κορίτσι του Μαστραντωνάκη δεν είσαι; Η Έλλη;”

“Αυτή είμαι. Δώσε μου τώρα ένα άλογο να φύγω κι έλα να το πάρεις από το ξωκλήσι τ’ Άη Γιώργη στην εμπασιά του χωριού. Εκεί θα το δέσω.”

“Κοπελιά, είσαι σίγουρη; Πού θα πας έτσι καταματωμένη;”

“Συχώρα με που δεν έχω δεύτερη αλλαξιά μαζί μου! Δεν θα το ξανακάνω!” του απάντησε θυμωμένα.

“Στάσου, έχω εδώ μια δική μου αλλαξιά. Έτσι δεν θα σε αναγνωρίζουν κιόλας.” Της έδωσε μια μαύρη φορεσιά κι ένα ζευγάρι στιβάνια. “Φόρεσέ τα. Κι εγώ τα δικά σου θα τα δώσω στη μάνα μου να τα πλύνει και θα στα φέρω.”

“Ντιπ κουζουλός είσαι, μωρέ; Τι λες; Και τι θα πεις;”

Ο Βαρδής σαν την είδε να παίρνει φωτιά έβαλε τα γέλια. “Γούστο έχεις… Τίποτα δεν αφήνεις να πέσει κάτω.”

“Ναι είδες… δεν μ’ έφτανε το δικό μου κεφάλι, τώρα έχω και το δικό σου να σώσω! Διάλε τσ’ απολειμάρες σου… Τα ρούχα κάψ’ τα κι εγώ θα κάψω τη φορεσιά σου. Δεν έχω όρεξη για εξηγήσεις. Φέρε το άλογο τώρα. Σε λίγο θα με ψάχνουν.”

Ο Βαρδής έφερε ένα μαύρο άλογο και πήγε να τη βοηθήσει ν’ ανέβει μα τον έκανε πέρα. 

“Δεν έχω ανάγκη… Όπως σου είπα. Ελα σε μισή ώρα να το πάρεις από το ξωκλήσι.”

Ο Βαρδής την παρατηρούσε που ξεμάκραινε, μέχρι που χάθηκε από τα μάτια του. “Θα έρθω να το πάρω από το ξωκλήσι… μα τι να το κάνω τώρα; Δες το! Λες κι απέκτησε κυρά πηγαίνει… Τι να το κάνω τώρα;” μονολόγησε και μπήκε μέσα στο κονάκι του ξανά. 

Σαν έφτασε στο ξωκλήσι η Έλλη, άφησε το άλογο δεμένο σε ένα δέντρο και κατευθύνθηκε προς το χωριό. Πήγαινε από δρόμους που δεν θα τη βλέπανε και μπήκε στα κρυφά στην αυλή τους. Κατέβηκε στο υπόγειο και μέσα από ένα σεντούκι έβγαλε δικά της ρούχα. Ντύθηκε γρήγορα και ανέβηκε στο σπίτι. Γύρω από το τραπέζι την περίμεναν ο πατέρας της, ο Μανώλης και τα άλλα δυο αδέρφια της. Σαν την είδε ο πατέρας της σηκώθηκε και την άρπαξε από το χέρι που είχε το κόψιμο. Ούρλιαξε από τον πόνο. 

“Λοιπόν; Για πες μας! Ποιος είναι ο λεβέντης που άπλωσε χέρι πάνω σου;” 

Η Έλλη σάστισε. Γύρισε και κοίταξε τη μάνα της που την κοιτούσε σαν να είχε πιει το αμίλητο νερό. Μετά κοίταξε τον Μανώλη που τη θωρούσε αγέρωχα. Τα άλλα δυο αδέρφια της δεν μιλούσαν. Τότε σαν αστραπή πέρασαν όλα από μπροστά της. Σήκωσε και κοίταξε τον πατέρα της κατάματα. 

“Ο λεβέντης που άπλωσε χέρι πάνω μου είναι ο Μανώλης! Ο γιος σου! Με κυνηγούσε μέσα στα χωράφια για να με βάλει κάτω! Αυτός μου έκοψε το χέρι για να μην τον ξαναχτυπήσω με την πέτρα στο κεφάλι. Εγώ τον μάτωσα. Αλλιώς δεν θα γλίτωνα.” 

Ο κυρ- Γιώργης την κοίταζε την κόρη του με μίσος που του απάντησε με τόσο θράσος. “Ποιος τον πυροβόλησε;” 

“Δεν ξέρω. Λιποθύμησα όταν μου έκοψε το χέρι.”

“Και ποιος σε γιατροπόρεψε; Και τα ρούχα σου πώς και είναι καθαρά;” 

“Δεν ξέρω. Δεν είδα. Εγώ άλλαξα πριν λίγο στο υπόγειο και τα ματωμένα τα έριξα στη φωτιά στη ξυλόσομπα. Άχρηστα ήταν.” 

“Κατεβείτε και φέρτε τα ρούχα της. Όποιος πήρε την παρθενιά της θυγατέρας μου άνανδρα, θα πληρώσει με το αίμα του.” Η Έλλη δεν σάλευε. Σίγουρη ήταν πως όλα τα είχε κάψει και πράγματι τίποτα δεν βρήκαν από τη φορεσιά του Βαρδή.

Την άλλη μέρα το πρωί η Έλλη βγήκε να πάει μέχρι τα μνήματα των παππούδων της. Περπατούσε με βήμα γρήγορο και το μυαλό της ήταν αλλού. Δεν άκουσε τον καλπασμό του αλόγου που την ακολουθούσε. Ένα μαύρο άλογο με έναν μαυροφορεμένο άντρα πέρασε από δίπλα της τρέχοντας και την έκανε να παραμερίσει. 

“Διάολε…θα με…” δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της όταν είδε ένα άσπρο μαντήλι να πέφτει στο χωματόδρομο. Άνοιξε το βήμα της και κοίταξε τριγύρω μη την πάρει κανένα μάτι. Σήκωσε το μαντήλι και είδε τα χρυσοκεντημένα αρχικά του “Β.Σ.”. Το έκρυψε στον κόρφο της κι έστριψε για το νεκροταφείο. Ο Βαρδής είχε έρθει να πάρει τ’ άλογο και μαζί πήρε και την καρδιά της.

Το συμβάν στα χωράφια έμοιαζε να είχε ξεχαστεί. Δεν το ανέφερε ποτέ κανένας ξανά από εκείνη τη μέρα. Είχε περάσει κανένα δίμηνο, όταν ένα απόγευμα η Έλλη καθόταν στο πεζούλι τ’ Αη Γιώργη και κοιτούσε το λιόγερμα. Εκεί που καθόταν και σιγομουρμούριζε έναν σκοπό, ο Βαρδής παρέα με τ’ άλογό του την πλησίασε. 

“Καλησπέρα, κοπελιά.”

“Καλησπέρα. Τι κάνεις εδώ; Θαρρώ πως δεν είσαι χωριανός.”

“Σωστά θαρρείς. Μα μια χωριανή σου μου πήρε την καρδιά και τριγυρνώ σαν στοιχειωμένος γύρω απ’ το ξωκλήσι μήπως και τη συναντήσω.”

Η Έλλη χαμογέλασε. “Και δεν φοβάσαι; Σαν το μάθουν οι δικοί της κάηκες.”

Ο Βαρδής την πλησίασε και την ανάγκασε να τον κοιτάξει κατάματα. “Αν είναι να καώ για χάρη της, τότε δεν με νοιάζει. Μα δεν φοβούμαι κανέναν.”

“Φύγε, Βαρδή. Φύγε και μη ξαναγυρίσεις ποτέ. Σαν σε βρουν θα σε ξεκάνουν. Όρκο πήρανε να βρουν αυτόν που τόλμησε να πυροβολήσει τον Μανώλη.”

“Κι αυτόν που τους έσωσε την κόρη;”

“Αυτός δεν υπάρχει. Στην Κρήτη ζεις, μωρέ Βαρδή! Ποιος λογαριάζει τα θηλυκά που ανάθεμα την ώρα που γεννιόμαστε…”.

“Δεν είν’ έτσι, Έλλη. Εγώ σε λογαριάζω. Και θα σε λογαριάζω πάντα.”

“Φύγε. Θα έρθει η μάνα μου απ’ ώρα σ’ ώρα.”

“Φεύγω, μα θα ξανάρθω. Έλλη, εγώ θα σε κλέψω μια μέρα.”

Ανέβηκε στο άλογό του και χάθηκε. 

Από κείνη την υπόσχεση πέρασαν δυο χρόνια. Η Έλλη έφτασε στα χαλάσματα που της μήνυσε η αδερφή του Βαρδή, μα δεν είδε κανέναν. Κρύφτηκε σε μια γωνιά και περίμενε, όταν τον είδε να φτάνει με δυο άλογα. Την ώρα εκείνη που βγήκε από την κρυψώνα της, ακούστηκαν καλπασμοί και δυο πυροβολισμοί τάραξαν την ησυχία. Η Ελένη έτρεξε κι ανέβηκε στο δεύτερο άλογο, ντυμένη με φορεσιά αντρική για να μπορεί να ιππεύει καλύτερα. 

“Μας βρήκαν! Πώς;” ρώτησε ο Βαρδής.

“Δεν ξέρω. Δεν με ακολούθησε κανείς!” του απάντησε.

“Εχθές ποιος σου μήνυσε;”

“Το Λενιώ…”

“Έτσι εξηγείται. Μαλώσαμε γιατί δεν ήθελε να φύγω. Την παρατώ λέει ανύπαντρη και την ντροπή ποιος θα την ξεπλύνει που θα μείνει γεροντοκόρη… Άκου, στη διχάλα έξω απ’ το χωριό θα χωρίσουμε και θα βρεθούμε ξανά στο βουνό πίσω από τα χωράφια του Μπελαλή, στις ξερολιθιές. Αν αργήσω έστω και λίγο φύγε και κατέβα στο Θέρισο. Εκεί θα σε περιμένω στο σπίτι της Μαρίας, της χήρας του Χρήστου του παπουτσή.”

“Βαρδή, όχι! Δεν σ’ αφήνω!” του είπε η Έλλη. 

“Άκουσέ με! Κάνε αυτό που σου λέω. Αύριο το πρωί θα φύγουμε με το καράβι και η Κρήτη θα είναι πίσω μας. Κάνε αυτό που σου λέω!”

“Βαρδή, αν σε πιάσουν…”

“Δεν θα με πιάσουν…”. Κοιτάχτηκαν για τελευταία φορά και ξαμολήθηκαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. 

Η νύχτα βρήκε την Έλλη στο σπίτι της Μαρίας στο Θέρισο να κοιμάται στην αγκαλιά του Βαρδή. Τα κατάφεραν να ξεφύγουν. Νωρίς το πρωί θα έφευγαν για το λιμάνι κι από κει στον Πειραιά. 

Μόλις άρχισε να ξημερώνει ο Βαρδής την ξύπνησε. Ετοιμάστηκαν αθόρυβα και κατέβηκαν τον κεντρικό δρόμο του χωριού χωρίς να ιππεύουν για να μην ξυπνήσουν το χωριό. Σαν απομακρύνθηκαν κι από τα τελευταία σπίτια ανέβηκαν στ’ άλογα και άρχισαν να τρέχουν. Λίγο πριν βγουν στο δρόμο για το λιμάνι, ακούστηκαν πυροβολισμοί από δυο μεριές. Ξεχύθηκαν στο δρόμο μπροστά τους χωρίς να βλέπουν. Ένα κάρο με τέσσερα άλογα ερχόταν από τα δεξιά τους και δεν πρόλαβαν να σταματήσουν. Χτύπησε το άλογο του Βαρδή και τον πέταξε κάτω. Ο αραμπατζής έκανε στροφή επιτόπου και όρμησε κατά πάνω στην Ελλη, όταν πίσω του φάνηκαν τρεις Κρητικοί με άλογα και ντουφέκια. Η Έλλη ξεπέζεψε και πήγε στον Βαρδή και τον κάλυψε με το σώμα της. 

Οι δυο από τους τρεις καβαλάρηδες κατέβηκαν από τα άλογα και την άρπαξαν. Ο Μανώλης με το ντουφέκι του έριξε μια στον ώμο του Βαρδή και μετά άδειασε το ντουφέκι πάνω στο στήθος του. “Σκύλε, νόμιζες ότι θα γλιτώσεις!” του είπε. “Πάρτε την άτιμη από δω και εξαφανίστε την. Να μη τη δει ο ήλιος ξανά. Να μη την δω κι εγώ μπροστά μου!” 

“Μανώληηηηηηηη, θα πληρώσεις!!! Εγώ θα σε προδώσω!!!” ούρλιαξε η Έλλη. 

Εκείνη τη νύχτα, ο Γιώργης Μαστραντωνάκης έχασε μια κόρη. Την έθαψε και την θρήνησε. Εκείνη τη νύχτα, η Έλλη μέσα από το μοναστήρι που την έκλεισαν, παρήγγειλε δυο αντρικιές φορεσιές στα μέτρα της. Ο Στρατάκης μέσα στο θρήνο για τον χαμό του γιου του απέκτησε μια κόρη, αλλιώτικη… Ενώ θα έπρεπε να τη μισεί, εκείνος την συμπονούσε, γιατί ένιωθε πως απ’ όλο το κακό εκείνη βγήκε η πιο χαμένη. Την έβλεπε να τρέφει την οργή για το χαμό του Βαρδή με τη θλίψη της κι από τη μια τη λυπόταν για το σαράκι που την έτρωγε, από την άλλη δεν τολμούσε να βγάλει μιλιά. Μαυροφορεμένη με το ίδιο ζευγάρι στιβάνια που φορούσε εκείνο το βράδυ, ματωμένα από το αίμα του Βαρδή, κυκλοφορούσε μέσα στο μοναστήρι που την είχαν κλειδώσει οι δικοί της. Μόνο κρυφά ο γερο-Στρατάκης πήγαινε και την έβλεπε. Ένα πρωί εκεί που καθόταν δίπλα της της είπε:

“Παντρεύεται ο Μανώλης σήμερα. Το πατρικό σου έχει χαρές. Θες να στείλεις μήνυμα;” 

“Η ώρα η καλή. Τίποτα δεν θα στείλω.” απάντησε κοφτά. 

Εκείνο το βράδυ, η Έλλη βγήκε από το μοναστήρι κρυφά. Κατέβηκε με τα πόδια στο χωριό και έφτασε ως την πλατεία.  Εκείνη την ώρα, χόρευε ο γαμπρός και η νύφη. Γύρισε την πλάτη της και πήγε στο αστυνομικό τμήμα. Ο αστυνόμος σάστισε όταν την είδε. “Έλλη! Μας είπαν ότι πέθανες!”. Η Έλλη του αφηγήθηκε όλα όσα έγιναν και κατέδωσε τον Μανώλη και τ’ αδέρφια της κι εκείνον τον αραμπατζή. Ο αστυνόμος κάλεσε ενισχύσεις και μετά από δυο ώρες συνέλαβε τον Μανώλη και τους υπόλοιπους. Την ώρα που έπαιρναν οι αστυνομικοί τον Μανώλη, η Έλλη τον πλησίασε “Εγώ τον λόγο μου τον κρατώ! Θα σαπίσεις στη φυλακή, Μανώλη! Κι αν ποτέ βγεις, να παρακαλάς να ‘χω πεθάνει, γιατί από το χέρι μου θα πας. Να παρακαλάς να μην έχω απογόνους, γιατί ακόμα κι αν έχω πεθάνει, θα πας από τα χέρια τους. Γι’ αυτό σου λέω, φρόντισε να σαπίσεις εκεί που σε πάνε!” Έφτυσε μπροστά του και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι.

Η Έλλη εκείνο το βράδυ το έβγαλε πάνω από το μνήμα του Βαρδή. “Όρκο σου δίνω, πως θα σε θυμούνται λεβέντη και δυνατό Βαρδή μου. Όρκο σου δίνω, πως δάκρυ λύπησης δεν θα τρέξει για λογαριασμό σου. Ρακή και μουσική και χορός θα συνοδεύουν τη θύμησή σου, παλικάρι μου…”.

Βράδυ Σαββάτου… Όλοι την ήξεραν την Έλλη μέσα στο καπηλειό. Όλοι ήξεραν πως ξόρκιζε τη λήθη στο όνομα του Βαρδή. Να μην τον ξεχάσουν, να τον θυμούνται πάντα και για πάντα. Οι λυράρηδες άρχισαν να παίζουν τις λύρες, οι ζουρνάρηδες έκαναν σαματά με τους ζουρνάδες, οι θαμώνες έσταξαν ρακή μαζί της στο χώμα, αναφωνώντας “Για τον Βαρδή!” και σηκώθηκαν να χορέψουν μαζί της. Οι πέντε γιοι του γερο- Στρατάκη έστεκαν πίσω της, μέχρι ν’ απλώσει τα χέρια της και να πιαστούν στο χορό. Τα ματωμένα της στιβάνια μαζί με τα δικά τους βροντούσαν γι’ άλλη μια φορά, σαν να πάλευε να τον ξυπνήσει. Κάθε χρόνο δεκαπέντε του Γενάρη… 

 

Της Despina Alice Paulson

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: