-Χρύσα Αβραμίδου- ΜΝΗΜΕΣ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Μνήμες στον Χρόνο – Δολοφονία Αθανασόπουλου

6 Ιανουαρίου 1931, ανήμερα των Φώτων, η Αθήνα βρίσκεται σε γιορτινή διάθεση. Κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφτεί τι θα  ακολουθήσει. Την επόμενη μέρα, όλες οι πρωινές εφημερίδες έχουν τη φωτογραφία ενός πτώματος. Βρέθηκε είπαν στην κοίτη του Κηφισού, τεμαχισμένο μέσα σε δύο τσουβάλια, από δύο άνδρες που περνούσαν τυχαία και ειδοποίησαν κατευθείαν την Αστυνομία. Δεκάδες άνθρωποι που αναζητούν αγαπημένους τους, συρρέουν στο αστυνομικό τμήμα. Ο ανθυπομοίραρχος της Ειδικής Ασφάλειας Ταμπακόπουλος, θα καθίσει στο γραφείο του και το μάτι του πέφτει στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Το βλέμμα του παγώνει. Θα ζητήσει να δει το πτώμα. “Αυτός είναι, κατά 99%. Καλά είπα εγώ. Δεν με γέλασε η φωτογραφία της Ακροπόλεως!” θα πει. Τότε κάλεσε τον γιατρό Δημήτριο Καρτσώνη, συμπατριώτη, συγγενή και προσωπικό γιατρό του θύματος, για να επιβεβαιώσει τη γνώμη του. Και πραγματικά όταν έφτασε ο γιατρός Καρτσώνης και εξετάζοντας κάποιες παλιές ουλές και ίχνη από παλιά κατάγματα που ήξερε ότι είχε ο φίλος του, επιβεβαίωσε την ταυτότητά του.

Το μυστήριο της ταυτότητας είχε λυθεί. Το τεμαχισμένο πτώμα ανήκε στον Δημήτρη Αθανασόπουλο, πλούσιο εργολάβο, μπον βιβέρ της εποχής. Ήταν παντρεμένος με την 25χρονη καλλονή Φούλα Κάστρου και είχαν μαζί 4 παιδιά.  Όμως ο Αθανασόπουλος ήταν ένας αθεράπευτος γυναικάς, που κακοποιούσε σεξουαλικά τη νεαρή γυναίκα του, ενώ τα κουτσομπολιά τον ήθελαν να έχει και ερωτική σχέση με την πεθερά του.

“Καμίαν εντύπωση δεν μου έκανε η απουσία του από το σπίτι” θα πει η Φούλα Κάστρου στους αστυνομικούς, εξηγώντας ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο. Το αφήγημα του μη υποδειγματικού συζύγου ήταν πιστευτό, αλλά η έρευνα στο σπίτι της οδού Θησέως έδειξε ότι ήταν ο τόπος του εγκλήματος. Ίχνη από ισχυρά καθαριστικά στο υπνοδωμάτιο, κηλίδες αίματος στην πίσω αυλή, αλλά και κομμάτια από τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για το “αμπαλάζ” του πτώματος, έδειχναν ότι ο Αθανασόπουλος “έφυγε” από τη ζωή μέσα στο σπίτι του.

Τα ξημερώματα της 4ης Γενάρη, ο γυναικάς εργολάβος έφτασε στο σπίτι του στη Θησέως μετά το γλέντι με τον συνέταιρό του στο νυχτερινό κέντρο “Κόκκινος Κρίνος”. Πιωμένος όπως ήταν, κακοποίησε βάναυσα τη Φούλα, η οποία κατόρθωσε να του ξεφύγει και να ζητήσει βοήθεια από τη μητέρα της. Η Άρτεμις Κάστρου, που έβλεπε καιρό τώρα αυτή την ιστορία να επαναλαμβάνεται, είχε ήδη βρει τη λύση στο πρόσωπο του Δημήτρη Μοσκιού. Ξάδελφος της Φούλας, διανοητικά ασταθής, αλλά πολύ ερωτευμένος με την ξαδέλφη του. “Αν τον βγάλεις από την μέση, θα μείνει μόνη και θα μπορείς να την κατακτήσεις!” ήταν το επιχείρημά της, που στο ταραγμένο μυαλό του Μοσκιού φάνταζε η καλύτερη λύση στο πρόβλημά του. Η πειθώ της Άρτεμις Κάστρου μαζί με αρκετό ούζο, τον οδηγεί στο δωμάτιο του Αθανασόπουλου, που εκείνη την ώρα κοιμάται.

Τον πυροβολεί, αλλά ο Αθανασόπουλος κατάφερε να σηκωθεί τραυματισμένος και αρπάζοντας μια καρέκλα του επιτέθηκε, σπάζοντας ταυτόχρονα τον καθρέπτη της κρεβατοκάμαρας. Τότε, ο 17χρονος Μοσκιός του έδωσε την χαριστική βολή, ενώ η ξαδέλφη του και η υπηρέτρια πέρασαν στο λαιμό του ένα κασκόλ και τον αποτελείωσαν, έτσι όπως ήταν πεσμένος στο πάτωμα του δωματίου.

Με τη βοήθεια της οικιακής βοηθού Γιαννούλας Μπέλλου, θα βάλουν φωτιά στο πτώμα για να το εξαφανίσουν. Όμως ο καπνός και η μυρωδιά της καμένης σάρκας βάζει τέλος στο σχέδιο αυτό. Αποφασίζουν να τον μεταφέρουν κάτω από το κρεβάτι όπου παραμένει για αρκετές ώρες, μέχρι να σκαρφιστούν το επόμενο βήμα. Το πτώμα τεμαχίστηκε, “πακεταρίστηκε” και με τη βοήθεια του τότε εραστή της Άρτεμης Κάστρου, Σπύρου Μαγουλόπουλου, του ανιψιού του και ενός ακόμη ατόμου, μεταφέρθηκε στο ρέμα όπου τελικά σκάλωσε και βρέθηκε αμέσως, παρά το φιλόδοξο σχέδιό τους να μεταφερθεί με το νερό κάπου μακριά.

Πρώτος τη νύχτα του Σαββάτου 11 Ιανουαρίου, ομολόγησε ο Δημήτρης Μοσκιός. Όταν τον κάλεσε στο γραφείο του ο διευθυντής Κουτσουμάρης για ακόμα μια ανάκριση, είχε τοποθετήσει τα ρούχα και το καπέλο του Αθανασόπουλου πάνω σε μια καρέκλα, με τρόπο ώστε να μοιάζει στον μακαρίτη εργολάβο. Ο Μοσκιός ταράχτηκε πάρα πολύ και αφού ο Κουτσουμάρης του είπε ότι η ξαδέρφη του τα είχε πει όλα, άρχισε να μιλάει και ο Μοσκιός. Μετά ομολόγησε η πεθερά Άρτεμις Κάστρου, μετά η υπηρέτρια Γιαννούλα Μπέλλου και τέλος και η Φούλα Αθανασοπούλου. Η Μπέλλου και η Κάστρου είπαν περίπου τα ίδια, αλλά αθωώνοντας εντελώς τη Φούλα, υποστηρίζοντας ότι την ώρα του φόνου ήταν έξω από το σπίτι και δεν αναμίχθηκε σε καμιά άλλη ενέργεια. Ο Σπύρος Μαγουλόπουλος παρόλο που τον υποδείκνυαν σαν το άτομο που έκανε τις συνεννοήσεις και επίσης ότι βοήθησε να ρίξουν το πτώμα, αρνήθηκε τα πάντα. Ισχυριζόταν ότι ναι μεν έμαθε για το έγκλημα τη Δευτέρα το πρωί από την Κάστρου που του ζήτησε τη βοήθειά του, αλλά αυτός έφυγε μη δίνοντας κανενός είδους βοήθεια, πέρα από το ότι δεν ανάφερε τίποτα στην Αστυνομία.

Μάνα και κόρη καταδικάστηκαν σε θάνατο. Οι δύο γυναίκες θα οδηγηθούν στις φυλακές Συγγρού, όπου χάρη στη ομορφιά της Φούλας, κατάφεραν να αποφύγουν το θάνατο, αφού ο διευθυντής των φυλακών ερωτεύτηκε παράφορα την Φούλα και δέκα χρόνια αργότερα οι δύο γυναίκες αποφυλακίστηκαν με διάταγμα για την αποσυμφόρηση των φυλακών, της κυβέρνησης Τσολάκογλου, ο οποίος ήταν συγγενής του διευθυντή της φυλακής.

Η επιρροή του εγκλήματος αυτού στην κοινωνία της εποχής ήταν τόσο μεγάλη, που έγινε και λαϊκό τραγούδι σε μουσική και στίχους του Ιακώβου Μοντανάρη το 1931, το γνωστό “Κακούργα πεθερά” ή αλλιώς “Καημένε Αθανασόπουλε τι σου’μελλε να πάθεις , από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις”.

 

 

 

 

 

 

 

Πηγές: “Ελεύθερο Βήμα” – “Μακεδονία” – “Βικιπαίδεια”

Επιμέλεια κειμένου: Χρύσα Αβραμίδου

 

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: