-Χρύσα Αβραμίδου- ΜΝΗΜΕΣ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Μνήμες στον Χρόνο – Ο πρώτος Έλληνας κατά συρροή δολοφόνος

Πειραιάς 1974. Ο Παναγιώτης και η Φωτεινή φέρνουν στον κόσμο το δεύτερο παιδάκι τους, ένα υγιέστατο αγοράκι, τον Αντώνη. Ο Παναγιώτης χάνει όμως τη δουλειά του και οι οικονομικές δυσκολίες δημιουργούν εντάσεις και καβγάδες στο σπίτι. Το ποτό δεν άργησε να μπει στη ζωή του και μαζί μ’ αυτό και η ενδοοικογενειακή βία. Ξεσπούσε στα παιδιά και μαζί και στη Φωτεινή που προσπαθούσε να τα προστατεύσει.

12 χρόνια μετά ο Παναγιώτης πεθαίνει, αφήνοντας μοναδική κληρονομιά βαθιά απωθημένα και ένα σωρό χρέη. Αναγκάστηκαν να αφήσουν το σπίτι και όλα τα υπάρχοντά τους κατασχέθηκαν για να ξεπληρωθούν τα χρέη. Η Φωτεινή και τα παιδιά έμεναν σε διάφορα ξενοδοχεία και ο μικρός Αντώνης σταμάτησε το σχολείο και άρχισε να δουλεύει ως οδηγός σε φορτηγό για να βοηθάει τη μητέρα του.

Η Φωτεινή, δούλευε ένα διάστημα σαν νοσοκόμα και αργότερα σαν καθαρίστρια, αλλά στην προσπάθειά της για περισσότερα χρήματα άρχισε να δουλεύει σε κακόφημα μπαρ κρυφά από τα παιδιά της. Ένας “καλοθελητής” όμως γείτονας, παίρνει μια μέρα τον Αντώνη και τον πάει στο μπαρ που δούλευε η μητέρα του “Να ρε ποια είναι η μάνα σου η πουτ@ν@!” του λέει. Ο Αντώνης την βλέπει και το βάζει στα πόδια. Παρόλο που η Φωτεινή προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι είναι απλά άλλη μια δουλειά για να μπορούν να ζήσουν, το γεγονός αυτό ήταν αρκετό για να γεννήσει μέσα του ένα άσβεστο μίσος προς όλες τις γυναίκες, κυρίως τις ιερόδουλες, δημιουργώντας την εικόνα της μητέρας του ως μια από αυτές.

Στα 16 του χρόνια ο Αντώνης έρχεται αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη, κατηγορούμενος για αποπλάνηση ανήλικης και έμεινε έγκλειστος για 6 μήνες σε σωφρονιστικό ίδρυμα ανηλίκων, 2 χρόνια αργότερα όμως, ο 18χρονος πλέον Αντώνης δεν μπορεί να ησυχάσει. Αφού κλέβει ένα αυτοκίνητο, φτάνει σε μια πιάτσα ιερόδουλων στο Κολωνάκι και επιλέγει μια νεαρή γυναίκα, κατά πάσα πιθανότητα αλλοδαπή. Αφού συμφώνησαν την τιμή της βραδιάς τους, κατευθύνθηκαν στην περιοχή του Καρέα στον Βύρωνα Αττικής. Σταμάτησαν σε ένα ερημικό σημείο και η ιερόδουλη του ζήτησε να της δώσει προκαταβολικά τις 8000 δρχ που είχαν συμφωνήσει. Εκείνος όμως αρνήθηκε και όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε αργότερα, η ιερόδουλη τον έβρισε και τον χτύπησε. Ο Αντώνης τότε εξαγριώθηκε, την άρπαξε σφιχτά από το λαιμό και άρχισε να χτυπάει το κεφάλι της στο τζάμι στραγγαλίζοντάς την.

Στη συνέχεια έβαλε το πτώμα σε ένα απόμερο σημείο και πήγε στο σπίτι του στη Νίκαια. Πήρε ένα πριόνι ξύλων, ένα μαχαίρι, γάντια, κάποια παλιά ρούχα και πλαστικές σακούλες απορριμμάτων και επέστρεψε στο μέρος που άφησε το θύμα του. Έγδυσε τη νεκρή γυναίκα και με το πριόνι τεμάχισε το πτώμα της σε τουλάχιστον 30 κομμάτια. Τύλιξε τα κομμάτια με τα παλιά ρούχα, τα έβαλε στις σακούλες σκουπιδιών και έφυγε με το αυτοκίνητο για να τα ξεφορτωθεί. Την σακούλα που περιείχε το κεφάλι της την έριξε στον Κηφισό και δεν βρέθηκε ποτέ. Τις άλλες, τις σκόρπισε σε κάδους και σκουπιδότοπους σε διάφορα μέρη της Αθήνας και αφού καθάρισε και παράτησε κάπου και το κλεμμένο αυτοκίνητο, επέστρεψε σπίτι του και κοιμήθηκε.

Λίγες μέρες αργότερα, βρέθηκε στο Βοτανικό η σακούλα με το ένα πόδι της άτυχης κοπέλας και δύο μέρες αργότερα μια γυναίκα βρήκε τυχαία και μια ακόμα σακούλα με κομμένα ανθρώπινα μέλη στην οδό Ριζάρη. Οι αρχές ειδοποιήθηκαν άμεσα και τα φρικτά ευρήματα προκάλεσαν γενικό συναγερμό. Οι νεκροτόμοι  προσπάθησαν χωρίς αποτέλεσμα να συναρμολογήσουν τα μακάβρια κομμάτια, ανακαλύπτοντας ότι ο δράστης είχε επίσης γδάρει το θύμα στο σημείο του θώρακα, ενώ είχε κόψει το στήθος και τις θηλές. Είχε ξεριζώσει επίσης την καρδιά και τα σπλάχνα και είχε κόψει περιμετρικά το εξωτερικό μέρος των γεννητικών οργάνων.

Ο ιατροδικαστής Χρήστος Λευκίδης είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ότι έχουν να κάνουν με κάποιον μανιακό. Τον χαρακτήρισαν ως έναν “νέο Τζακ Αντεροβγάλτη”, αφού πράγματι ο τρόπος που είχε δράσει θυμίζει κατά πολύ τις χειρουργικές “ιεροτελεστίες” που συνήθιζε ο διάσημος δολοφόνος ιερόδουλων.

Το φρικτά κατακρεουργημένο και ακέφαλο πτώμα της ιερόδουλης δεν κατάφερε να ταυτοποιηθεί και αφού έμεινε για ένα διάστημα στα αζήτητα, θάφτηκε χωρίς κανείς ποτέ να μάθει ποια ήταν η άτυχη γυναίκα. Πιθανολογείται ότι ίσως ήταν κάποια αλλοδαπή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, που είχε έρθει μέσω κάποιου από τα κυκλώματα πορνείας που δρούσαν κατά κόρον εκείνη την εποχή.

Εκτός από το θύμα, άγνωστος παρέμεινε και ο δράστης, αφού παρά τις εντατικές προσπάθειες της αστυνομίας, δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν, ούτε να αντλήσουν κάποιο στοιχείο για την ταυτότητά του.

Το Φθινόπωρο του 1995 όμως ο Αντώνης βγήκε ξανά στις πιάτσες, πιο αποφασισμένος και μανιασμένος από ποτέ. Κυκλοφορούσε με ένα λευκό φορτηγάκι Volkswagen και παριστάνοντας τον πελάτη τρομοκρατούσε ιερόδουλες και τρανσέξουαλ προσπαθώντας να τις σκοτώσει και κλέβοντας τα χρήματά τους. Μέσα σε περίπου 2 μήνες είχε αποπειραθεί να σκοτώσει έξι γυναίκες ιερόδουλες, τις οποίες μετά την ερωτική πράξη στραγγάλιζε, ώσπου έχαναν τις αισθήσεις τους και τις παρατούσε νομίζοντας ότι έχουν πεθάνει. Από περίπου άλλες 10 γυναίκες κατάφερε να αποσπάσει αρκετές χιλιάδες δραχμές, καθώς και κοσμήματα και άλλα αντικείμενα, αφού τις απειλούσε δένοντας ένα σχοινί γύρω από το λαιμό τους.

Τον Οκτώβριο του 1995, ο Αντώνης είχε άλλη μια δολοφονική έξαρση. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα “ψαρεύει” από μια πιάτσα στο Κολωνάκι την 29χρονη Ελένη Παναγιωτοπούλου και πηγαίνουν μαζί σε ένα απόμερο σημείο της οδού Τρικούπη. Την ώρα που επιδίδονταν στη σεξουαλική πράξη μέσα στο βανάκι του, άρχισε να σφίγγει το λαιμό της γυναίκας, ώσπου τη σκότωσε. Το συμβάν όμως δεν τελείωσε εκεί, αφού ο δράστης έπρεπε να εξαφανίσει για άλλη μια φορά το πτώμα και τα ενοχοποιητικά του στοιχεία. Κατευθύνθηκε σε μια αγροτική περιοχή κοντά στο Σχηματάρι Βοιωτίας και χρησιμοποιώντας ένα σιδηροπρίονο κ ένα μαχαίρι, διαμέλισε το σώμα όπως ακριβώς είχε κάνει και στον πρώτο του φόνο. Έβαλε τα κομμάτια σε πλαστικές σακούλες και τα ξεφορτώθηκε σε διάφορα σημεία στη θάλασσα.  Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, το επόμενο πρωί ξεκίνησε για την προγραμματισμένη βάρδιά του με το φορτηγό στην εταιρία που δούλευε.

Η αστυνομία θεωρούσε ότι η αισχρή δολοφονία της Παναγιωτοπούλου είχε να κάνει με τα μπλεξίματα που είχε με το εμπόριο ναρκωτικών.

Τον Δεκέμβριο του 1995, ξημερώματα Χριστουγέννων, ο Αντώνης συνάντησε σε μια πιάτσα στον Κηφισό την 26χρονη ιερόδουλη, Αθηνά Λαζάρου. Συμφώνησαν να του προσφέρει τις υπηρεσίες της έναντι 5000 δραχμών και κατευθύνθηκαν με το αυτοκίνητό του στην οδό Ορφέως στην περιοχή του Βοτανικού. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ίδιου του δράστη, εκείνη τον ειρωνεύτηκε για τα “μικρά του προσόντα”. Θιγμένος, πήρε ένα από τα σχοινιά που είχε πάντα στο αυτοκίνητό του και τυλίγοντάς το γύρω από τον λαιμό της, την στραγγάλισε. Στη συνέχεια πέταξε το σχεδόν γυμνό σώμα της στο δρόμο, πήρε όσα χρήματα βρήκε στην τσάντα της και εξαφανίστηκε.

Το σώμα της βρέθηκε μετά από μερικές ώρες από περαστικούς και όταν μαθεύτηκε η είδηση, οι αρχές έλαβαν και άλλες δύο καταγγελίες από ιερόδουλες που είχαν γλυτώσει από τις επιθέσεις του άγνωστου δράστη το προηγούμενο διάστημα. Κλήθηκαν άμεσα να καταθέσουν και δεν άργησαν να αναγνωρίσουν το πρόσωπο του επίδοξου δολοφόνου τους ανάμεσα στις φωτογραφίες των σεσημασμένων που τους έδειξαν οι αστυνομικοί. Ο άντρας που υπέδειξαν ήταν ο 22χρονος Αντώνης Δαγκλής.

Η αστυνομία γνωρίζοντας πλέον ποιόν έψαχνε, άρχισε να παρακολουθεί για λίγο τις κινήσεις του δράστη, επιδιώκοντας να μπορέσουν να τον πιάσουν “στα πράσα”. Φοβούμενοι όμως ότι θα τους ξεφύγει, αποφάσισαν τελικά να τον συλλάβουν στις 24 Ιανουαρίου του 1996. Ο Δαγκλής στην αρχή αρνήθηκε την ενοχή του, όπως οι περισσότεροι, αλλά σύντομα ομολόγησε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια.

Το κίνητρό του ούτε ο ίδιος το ήξερε καλά καλά. Έλεγε ότι πολλές φορές έβλεπε στα πρόσωπα των ιερόδουλων τη μητέρα του και του ερχόταν μια ακατανίκητη επιθυμία να τις πνίξει. Υποστήριζε πως χωρίς να μπορεί να καταλάβει ακριβώς πώς και γιατί, ένιωθε ξαφνικά οργή την ώρα της σεξουαλικής πράξης και τα χέρια του πήγαιναν σχεδόν μηχανικά στο λαιμό των γυναικών.

Η δίκη του άρχισε στις 15 Ιανουαρίου του 1997 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών και κάποιες από τις γυναίκες που είχαν πέσει θύματά του, αλλά επιβίωσαν, περιέγραψαν ξανά τα φρικτά σκηνικά που έζησαν στα χέρια του. Εκεί βρισκόταν και η μητέρα του Φωτεινή, η οποία κατέθεσε και τις δικές της μαρτυρίες σχετικά με την ασχήμια που ζούσαν με τον πατέρα του. Βρισκόταν κάθε μέρα στις δικαστικές αίθουσες δίπλα στον γιο της, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αυτά που είχαν συμβεί. Επιβεβαίωσε και εκείνη ότι από τότε που ήταν πολύ μικρά παιδιά, ο πατέρας τους φερόταν άσχημα και σε εκείνα και τη μητέρα τους. Τους έβριζε και τους χτυπούσε με κάθε ευκαιρία. Έλεγε όμως ότι δεν είχε παρατηρήσει ποτέ κάτι περίεργο στο παιδί της. Ζητούσε από τους δημοσιογράφους να δείξουν ανθρωπιά και ήταν εμφανώς καταβεβλημένη, ώσπου κάποια στιγμή υπέστη ένα ελαφρύ εγκεφαλικό επεισόδιο από την έντονη συναισθηματική φόρτιση και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.

Ο Αντώνης Δαγκλής καταδικάστηκε 13 φορές σε ισόβια και πρόσκαιρη κάθειρξη 25 ετών για 3 δολοφονίες, 6 απόπειρες ανθρωποκτονίας, 10 ληστείες, παράνομη οπλοφορία και προσβολή μνήμης τεθνεώτος. Κλείστηκε στο κελί 33 στις φυλακές Κορυδαλλού και από την αρχή η συμπεριφορά του ήταν ιδιαίτερα περίεργη. Έκανε κάποιες απόπειρες αυτοκτονίας, όμως οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι είχαν προλάβει να τον σταματήσουν.

Τελικά, στις 2 Αυγούστου του 1997 ο φύλακας που έκανε έλεγχο στα κελιά τα ξημερώματα, βρήκε τον Αντώνη Δαγκλή νεκρό. Ο ”Αντεροβγάλτης των Αθηνών” είχε κρεμαστεί με ένα σεντόνι από τα σίδερα του κελιού του, δίνοντας μόνος του ένα τέλος στην ταραγμένη του ύπαρξη.

 

 

  • Αποσπάσματα του άρθρου της Άννας-Μαρίας Κέκια (Ιστορίες για αγρίους)

 

Επιμέλεια κειμένου: Χρύσα Αβραμίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: