-Κική Γιοβανοπούλου- SATURDAY NIGHT STORIES

Saturday Night Stories – Μόνο μια στιγμή είναι αρκετή

Έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της κι πέταξε τα κλειδιά της στον καναπέ. Έβγαλε τις γόβες της κι αναστέναξε ανακουφισμένη. Έβγαλε το σακάκι και το πουκάμισό της, ξεκούμπωσε την φούστα της, την άφησε να πέσει στο πάτωμα κι έπιασε τα μαλλιά της σ’ έναν πρόχειρο κότσο. “Τι μέρα κι αυτή!” μονολόγησε. Κοίταξε το στρόγγυλο ρολόι της κουζίνας. Κόντευε 10 το βράδυ. Μπήκε στο μπάνιο κι έκανε ένα γρήγορο, ζεστό ντουζ. Έφτιαξε κάτι πρόχειρο να φάει και ξάπλωσε στον καναπέ. Απόλυτη ησυχία. Πόσο ανάγκη την είχε! Όλη μέρα στη βουή του γραφείου, με τα αμέτρητα ραντεβού και τα τηλέφωνα να χτυπούν ασταμάτητα, χρειαζόταν λίγη ώρα σιωπής. Να μην ακούει, να μην μιλάει, να μην χρειάζεται να χαμογελάει.

Ο ήχος του κινητού της, διέκοψε την σιωπή. Κοίταξε την οθόνη. Αναστέναξε και απάντησε ανόρεχτα.

-Ξέρεις ότι έχεις αργήσει ε;

-Ηρώ δεν θα έρθω. Γύρισα αργά απ’ το γραφείο και…

-Μου το υποσχέθηκες ρε Ράνια!

-Ναι, το ξέρω, αλλά προέκυψαν κάτι…

-Φτάνει με τις δικαιολογίες! Είπες ότι θα έρθεις!

-Έλα βρε Ηρώ μου, θα τα πούμε αύριο ok? Promise!

-Ράνια! Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Αφού ξέρεις πως…

-Καλά να περάσετε Ηρώ!

Έκλεισε το τηλέφωνο εκνευρισμένη. Άναψε τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό ψηλά. “Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει! Κανείς!” ούρλιαξε θυμωμένη. Έκλεισε το πρόσωπό της στα χέρια της και δεν άνοιξε τα μάτια της παρά μόνο όταν ένιωσε το τσιγάρο της, να καίει τα δάχτυλά της. Σηκώθηκε και προχώρησε αργά προς την μπαλκονόπορτα. Κοίταξε τον πολύβουο δρόμο που απλωνόταν μπροστά απ’ το μπαλκόνι της. Απ’ τους πιο κεντρικούς δρόμους της πόλης, που σπάνια έβλεπες άδειο. Χαμογέλασε στην σκέψη πως εκείνος της έλεγε πως δεν ήταν καλή ιδέα ν’ αγοράσει αυτό το διαμέρισμα, γιατί ο ήχος απ’ τον δρόμο θα την τρέλανε πρωί βράδυ. “Ξέρεις μωρό μου, πως η φασαρία, με κάνει να νιώθω ζωντανή. Η σιωπή μπορεί να με τρελάνει!” του είχε πει κι εκείνος την είχε αγκαλιάσει σφιχτά και είχε ξεσπάσει σε δυνατά γέλια. Γέλασε σ’ αυτή την σκέψη. Πόσο αστείο θα του φαινόταν που μετά το φευγιό του, αντικατέστησε τα κουφώματα με ηχομονωτικά, γιατί δεν άντεχε ν’ ακούει τίποτα! Πόσο αστείο θα του φαινόταν, αν ήξερε πως μετά το φευγιό του μόνο στην σιωπή ανέπνεε καθαρά, πως κάθε βράδυ μετά τη δουλειά, κούρνιαζε μέσα στην απόλυτη σιωπή, αγκαλιά με την σκέψη του μέχρι να την πάρει ο ύπνος…

Πόσα χρόνια είχαν περάσει από εκείνη την μέρα; Είχε πάψει να μετράει λεπτά, ώρες, μέρες. Θυμόταν μόνο πως πριν “πετάξει” μακριά της, στον καθρέφτη της έβλεπε ένα χαμογελαστό κορίτσι, με λακάκια στα μάγουλα. Την τελευταία φορά που κοίταξε, μικρές ρυτίδες στόλιζαν τα μάτια της και τα χείλη της έμοιαζαν στεγνά και άχρωμα. Τι κι αν ο χρόνος στην καρδιά της είχε σταματήσει στην στιγμή που σταμάτησε κι η δική του; Οι δείκτες των ρολογιών δεν σταμάτησαν ποτέ να γυρίζουν, ο χρόνος δεν σταμάτησε να κυλά και ν’ αφήνει τα σημάδια του πάνω της.

Μια εγχείρηση ρουτίνας, ένα “σ’ αγαπώ” κι ένα τρυφερό φιλί πριν τον μεταφέρουν στο χειρουργείο, η ώρα που κυλούσε βασανιστικά αργά και μετά μια περίεργη κινητικότητα γύρω της που είχε κάνει το στομάχι της κόμπο. Λίγα κι αόριστα λόγια από γιατρούς και νοσηλευτές που απέφευγαν να την κοιτούν στα μάτια, όπως περνούσαν βιαστικά από μπροστά της κι ένας διάδρομος που έμοιαζε όλο να στενεύει γύρω της. Ένα “λυπάμαι” που βγήκε σαν ψίθυρος απ’ τα στενά χείλη εκείνου του γιατρού κι ένα σκοτάδι που μπήκε σαν σίφουνας απ’ το παράθυρο και την τύλιξε. Ένα σκοτάδι που έμεινε η μόνη πιστή συντροφιά της από τότε.

“Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει! Κανείς!” ψιθύρισε και ακούμπησε ασυναίσθητα το δεξί χέρι της στην κοιλιά της. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από εκείνη την μέρα; Άλλοτε της φαινόταν σαν να είχαν περάσει αιώνες κι άλλοτε σαν όλα να έγιναν μόλις χτες. Μια στιγμή ήταν αρκετή για να καταρρεύσει ο κόσμος της. Έχασε εκείνον, που ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος της ζωής της και σύντομα “πέταξε” από μέσα της κι εκείνη η ψυχούλα που μαζί δημιούργησαν. Μια μόνο στιγμή ήταν αρκετή για να γίνει ολόκληρος ο κόσμος της αποκαϊδια, αφήνοντάς την ένα άδειο κουφάρι, χωρίς κανέναν λόγο να ελπίζει, να ζει και να υπάρχει. Ποια δύναμη την κρατούσε ακόμη ζωντανή; Δεν ήξερε! Ήξερε μόνο πως στις πιο δύσκολες στιγμές της, σαν να άκουγε την φωνή του να της ψιθυρίζει “Μην το βάλεις ποτέ κάτω!”…

Ίσως κανείς δεν μπορεί να καταλάβει, μα υπάρχουν κι αυτοί που στέκονται πλάι σου κι ας μην ξέρουν τι πρέπει να πουν, στέκονται δίπλα σου κι ας μην μπορούν τίποτα να κάνουν. Σ’ αγκαλιάζουν κι αυτό όσο κι αν δεν είναι αρκετό, τελικά είναι κάτι, ένα κάτι που μπορείς να πάρεις στα χέρια σου και να το κάνεις κάτι περισσότερο. Έπιασε το κινητό της και πάτησε κλήση “Ηρώ, σε μισή ώρα θα είμαι εκεί!” είπε και σηκώθηκε αποφασιστικά απ’ τον καναπέ. Κοίταξε την χαμογελαστή φωτογραφία του στο τραπεζάκι και χαμογέλασε κι εκείνη. “Η γη συνεχίζει να γυρίζει, ο ήλιος συνεχίζει ν’ ανατέλλει, άρα η ζωή συνεχίζεται ότι κι αν γίνει!” θυμήθηκε τα λόγια του…

 

Της Κικής Γιοβανοπούλου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: