Το χαμένο σταράκι

Δημοσιεύτηκε από τον/την gynaikaeimai στις

Στο καφέ της γειτονιάς είχε πολύ κόσμο σήμερα. Γιόρταζε 10 χρόνια λειτουργίας και είχαν μαζευτεί όλοι οι θαμώνες από νωρίς. «Δωρεάν καφέδες για όλους!» έλεγε συνέχεια ο ιδιοκτήτης. Η Ελευθερία άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Είχε γίνει το δεύτερο σπίτι της τα τελευταία χρόνια, ένιωθε πολύ οικεία με όλους εκεί. Σκάναρε στα γρήγορα το χώρο και προχώρησε προς το βάθος.

«Καλώς το κορίτσι μας! Το τραπέζι σας είναι κρατημένο!» είπε με χαρούμενη φωνή ο Σταύρος. O Σταύρος ήταν  ο ιδιοκτήτης του καφέ. Αν και 50άρης πλέον, έμοιαζε πολύ νεότερος με το ροκ στυλάκι του. Άνοιξε το καφέ μαζί με τη Λίτσα, την γυναίκα του και το δουλεύουν μαζί με πολύ αγάπη. Παιδιά δεν έχουν και το συνοικιακό αυτό μαγαζάκι, είναι «το παιδί τους» όπως συνηθίζουν να λένε. 

-Γεια σου Σταύρο! Ήρθα πρώτη ε;

-Όπως πάντα!

Η Ελευθερία κάθισε στο τραπέζι και χάζευε το κινητό της περιμένοντας τους φίλους της. Από το Λύκειο ακόμη, μετά τα μαθήματα, μαζευόταν όλη η παρέα στο μικρό αυτό καφέ και σχολίαζαν τα καθέκαστα της ημέρας τους, μοιραζόταν τις ανησυχίες τους και τις χαρές τους. Από τότε μέχρι και σήμερα που ήταν φοιτητές πλέον, αυτό ήταν το στέκι τους. Κάποιοι πέρασαν σε σχολές άλλων πόλεων και αυτό ήταν κάτι που τους στοίχισε. Είχαν μείνει πιο λίγοι πλέον και ένα μόνο τραπέζι τους χωρούσε όλους. Αυτό το Σάββατο όμως ήταν διαφορετικό. Θα μαζευόταν πάλι όλοι μαζί όπως παλιά! Είχαν πολλά να πουν, πολλά να μοιραστούν!

Δέκα λεπτά αργότερα, το τραπέζι είχε γεμίσει αγκαλιές, χαμόγελα και χαρούμενες φωνές που προσπαθούσαν με τη σειρά να πουν τα νέα τους ο ένας στον άλλο. Ο Κώστας κάνει πρακτική σε μια πολυεθνική, η Άννα παντρεύεται, η Βασιλική μετακομίζει, ο Ανέστης χώρισε και ο Γρηγόρης πήρε υποτροφία για μεταπτυχιακό! Η Ελευθερία τους κοίταζε και άκουγε με προσοχή όλα τους τα νέα. Ήταν η μόνη που δεν μιλούσε πολύ, τι να πει άλλωστε… στη δική της ζωή δεν υπήρχαν ούτε αλλαγές, ούτε πολλά νέα να μοιραστεί. Ούτε ευχάριστα αλλά ούτε και δυσάρεστα. Ζούσε στην ίδια πόλη που μεγάλωσε και  η σχολή της, αν και δεν ήταν πρώτη της επιλογή, θα τη βοηθούσε να βρει εύκολα δουλειά, όπως έλεγε η μητέρα της.

Για το μόνο που ήταν ενθουσιασμένη, ήταν που έβλεπε ξανά τους φίλους της και αυτό φαινόταν στο πρόσωπό της. Αλλά μέσα της… μέσα της υπήρχε μια σπίθα απογοήτευσης, για τη δική της ζωή, για τα δικά της θέλω. Ποια θέλω; «Δεν έχω τίποτα που να θέλω!» σκέφτηκε. Και αυτή η σκέψη ήταν που την τρόμαξε πιο πολύ απ’όλα. Εκείνη τη στιγμή όλα πάγωσαν μέσα της. Σαν να πάτησε έναν διακόπτη και έσβησαν όλα. Είχε ξανανιώσει έτσι και παλιότερα αλλά πίστευε πως κάτι θα γινόταν, κάποιο νόημα θα έβρισκε κι αυτή στη ζωή της, κάτι που θα έκανε τη σπίθα απογοήτευσης να γίνει φλόγα για τη ζωή!

-Αδυνάτισες! η φωνή της Βασιλικής, διέκοψε τις σκέψεις της.

-Ναι. Δεν έχω και πολύ όρεξη τελευταία. Άλλωστε μου περίσσευαν και κάνα δυο κιλάκια…

-Έτσι κι αλλιώς είσαι κούκλα! της είπε η Βασιλική και η Ελευθερία χαμογέλασε γλυκά

Η ίδια δεν ένιωθε και πολύ όμορφη. Ειδικά τελευταία που δεν κοιμόταν και πολύ, έβλεπε τους μαύρους κύκλους να εμφανίζονται στα μάτια της, αλλά δεν ήταν αυτό. Πίστευε ότι η ομορφιά πηγάζει από τη ψυχή και αν δεν νιώθει η ψυχή καλά αυτό βγαίνει και προς τα έξω.

Το κέφι άναψε για τα καλά, η μουσική δυνάμωσε, τα φώτα χαμήλωσαν, ο καφές έγινε ποτό και όλοι σηκώθηκαν από τα τραπέζια και άρχισαν να διασκεδάζουν. Τα ποτά και τα κεράσματα μεταξύ τους, πήγαιναν κι ερχόταν. Στη διπλανή παρέα, ένας ψηλός μελαχρινός είχε φάει με τα μάτια του την Ελευθερία και όλοι στην παρέα το είχαν καταλάβει. Οι φίλες της, τη σκουντούσαν και της έκλειναν το μάτι με νόημα! Ώσπου το πρώτο κέρασμα από το διπλανό τραπέζι έφτασε και η Ελευθερία κοκκίνισε από ντροπή. Το ένα κέρασμα διαδέχτηκε το άλλο και χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, η Ελευθερία βρέθηκε στη μέση του μαγαζιού να χορεύει μαζί του. Πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωθε ήρεμη, ελεύθερη, ήξερε πλέον καθαρά τι ήθελε.

Κανείς δεν ήθελε να τελειώσει αυτή η βραδιά. Είχαν πολύ καιρό να διασκεδάσουν έτσι… όλοι μαζί. Το μαγαζί όμως άρχισε σιγά σιγά να αδειάζει και οι θαμώνες να φεύγουν. Τα αγόρια της παρέας κανόνισαν τον λογαριασμό και τα κορίτσια μάζευαν τα πράγματά τους.

-Μήπως είδατε την Ελευθερία; ρώτησε ο Γρηγόρης. Είχαμε κανονίσει να τη πάω σπίτι για να μη γυρνάει μόνη της.

-Τελευταία φορά την είδα να πηγαίνει προς τα επάνω και μου έκλεισε το μάτι πονηρά. Σκέφτηκα ότι μάλλον θα είναι με εκείνον τον μελαχρινό που χόρευε. Είπε η Άννα.

-Δε νομίζω, γιατί τον είδα να φεύγει πριν από ώρα. Απάντησε ο Γρηγόρης και ξεκίνησε να ανεβαίνει προς τα επάνω.

Στο επάνω μέρος του μαγαζιού, υπήρχε ένας  χώρος σαν πατάρι, όπου ο Σταύρος είχε βάλει ένα μεγάλο μπιλιάρδο. Το πιο ωραίο όμως εκεί ήταν το μπαλκόνι. Ήταν ένα φαρδύ μπαλκόνι σαν ταράτσα. Έβλεπε από την πίσω πλευρά του δρόμου και είχε θέα όλη τη πόλη. Ειδικά το βράδυ, με τα φώτα να λαμπυρίζουν, μπορούσες να κάτσεις και να τα χαζεύεις με τις ώρες. Όλοι ήξεραν πως ήταν το τέλειο μέρος για ένα φρέσκο ζευγαράκι.

Οι σπαραχτικές φωνές του Γρηγόρη από τον επάνω όροφο, έκαναν τα πάντα στο μαγαζί να παγώσουν. Η Άννα με τον Ανέστη έτρεξαν γρήγορα προς τα επάνω να δουν τι συμβαίνει. Όταν έφτασαν, αντίκρισαν τη πόρτα του μπαλκονιού ανοιχτή και τον Γρηγόρη πεσμένο στα γόνατα μισολιπόθυμο, με ένα μαύρο σταράκι στα χέρια. Προσπάθησαν να τον συνεφέρουν, χωρίς να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Η Βασιλική με τον Κώστα ακολούθησαν και μόλις βγήκαν στο μπαλκόνι και είδαν τον Γρηγόρη έτσι πεσμένο, ρώτησαν για την Ελευθερία. «Που είναι; Την βρήκες; Γιατί κρατάς το παπούτσι της; Τι έγινε;» Ο Γρηγόρης, ίσα που μπόρεσε να σηκώσει το χέρι του και να δείξει μπροστά την άκρη της ταράτσας. Όλοι έτρεξαν να δουν…

Ο ήχος της σειρήνας του ασθενοφόρου ξύπνησε όλη τη γειτονιά. Έξω από το γνωστό καφέ που πριν λίγα λεπτά έσφυζε από χαρούμενες φωνές, μουσική και τραγούδια, είχαν καταφθάσει περιπολικά της αστυνομίας, γείτονες που προσπαθούσαν να μάθουν τι είχε συμβεί και αρκετοί νέοι καθισμένοι στο πεζοδρόμιο, άσπροι σαν τα πανιά, με μάτια κόκκινα, βουρκωμένα…

-Τι έγινε εδώ; Ρώτησε ένας ταξιτζής που περνούσε εκείνη την ώρα από εκεί.

-Μια κοπέλα αυτοκτόνησε… απάντησε ένας γείτονας.

 

Της Χρύσας Αβραμίδου

 

 


gynaikaeimai

Γυναίκα...Σύζυγος, εργαζόμενη, μητέρα, νοικοκυρά, ερωμένη... 1000 ρόλοι να χωρέσουν ασφυκτικά σε ένα έρμο 24ώρο! Είμαστε η Σοφία, η Χρύσα και η Κική! Μαζί θα γελάσουμε, θα κλάψουμε, θα προβληματιστούμε, θα συζητήσουμε με & για όλα όσα απασχολούν τη σημερινή γυναίκα! Ελάτε στην παρέα μας!

3 σχόλια

oneiraparamithiou · Ιούνιος 5, 2019 στο 18:18

Καλώς σας βρίσκω, Χρύσα! Το διήγημα αυτό μου είναι πολύ πολύ οικείο σαν πραγματικότητα… Απλά…με πιο ευτυχισμένο τέλος! Με άγγιξες! Ελπίζω να βρίσκω το χρόνο να τα λέμε συχνά! 🙂

    gynaikaeimai · Ιούνιος 6, 2019 στο 14:16

    Καλησπέρα! Χαίρομαι που το κείμενό μου σε άγγιξε, και φυσικά ακόμη καλύτερα που το τέλος ήταν πιο ευτυχισμένο από το δικό μου.
    Θα χαίρομαι να ακούω τις απόψεις σου και τα σχόλιά σου!

Το χαμένο σταράκι – GynaikaEimai – worldtraveller70 · Μάιος 25, 2019 στο 07:15

[…] Πηγή: Το χαμένο σταράκι – GynaikaEimai […]

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: